Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021
Connect with us

Υγεία

Οι γλυκιές «αμαρτίες» των ημερών!- Γράφει η Ελίνα Ασημακοπούλου

Πόσες θερμίδες έχει ένα μελομακάρονο και ένας κουραμπιές;

Δημοσιεύθηκε

στις

Δεκέμβρης… το άρωμα της κανέλας , του γαρύφαλλου και του φρέσκου βούτυρου κατακλύζει κάθε γωνιά της Ελλάδας… μύρισαν Χριστούγεννα! Και πώς να μη μυρίσουν αφού κάθε φούρνος, κάθε ζαχαροπλαστείο και πολλά σπιτικά δε σταματούν να παρασκευάζουν μελομακάρονα και κουραμπιέδες. Παραδοσιακά γλυκά που συντροφεύουν τις Χριστουγεννιάτικες γιορτές πολλές δεκαετίες τώρα.

Κακά τα ψέματα, ακόμα και αν δεν ακολουθεί κάποιος τις παραδόσεις και τα έθιμα, δε γίνεται να μη δοκιμάσει έστω ένα μελομακάρονο ή κουραμπιέ τη γιορτινή περίοδο. Όσο είσαι παιδί τα πράγματα  είναι συνήθως απλά. Κύριο και μοναδικό ίσως κριτήριο επιλογής είναι η γεύση. Θα φας αυτό που σου αρέσει, που πολλές φορές μπορεί να σου αρέσουν και τα δύο. Όσο μεγαλώνεις όμως τα πράγματα περιπλέκουν και τα κριτήρια αυξάνουν. Υγεία, θερμίδες, λιπαρά, υδατάνθρακες… κάθε χρόνο το ίδιο δίλημμα, κουραμπιέδες ή μελομακάρονα;

Η απάντηση δεν είναι εύκολη και σίγουρα δεν είναι απλή.  Καλό είναι, λοιπόν, να εξετάσουμε όλα τα δεδομένα.

TI ΠΕΡΙΕΧΟΥΝ ΤΑ ΜΕΛΟΜΑΚΑΡΟΝΑ

Η κλασική συνταγή για μελομακάρονα περιλαμβάνει αλεύρι, ζάχαρη, ελαιόλαδο, χυμό πορτοκάλι, μέλι, καρύδια, κονιάκ, κανέλα και γαρύφαλλο.

ΤΙ ΠΕΡΙΕΧΟΥΝ ΟΙ ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΔΕΣ

Αντίστοιχα, η κλασική συνταγή για κουραμπιέδες περιλαμβάνει αλεύρι, φρέσκο βούτυρο, αμύγδαλα, ζάχαρη.

ΤΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ

Αλεύρι: Το λευκό αλεύρι λόγω της επεξεργασίας που έχει υποστεί, στερείται υψηλής θρεπτικής αξίας. Είναι, ωστόσο, εξαιρετική πηγή υδατανθράκων οι οποίοι αποτελούν την κύρια πηγή ενέργειας του οργανισμού.

Ελαιόλαδο: Με ιδιαίτερα υψηλό θερμιδικό του περιεχόμενο, το ελαιόλαδο είναι από τα περισσότερο ωφέλιμα για τον οργανισμό έλαια λόγω της υψηλής του περιεκτικότητας σε μονοακόρεστα λιπαρά, ενώ είναι καλή πηγή της βιταμίνης Ε.

Ζάχαρη: Αποτελεί μία από τα καλύτερες πηγές άμεσης ενέργειας. Ωστόσο, δεν έχει καμία θρεπτική αξία και, όπως είναι γνωστό, η ζάχαρη και η μεγάλη και συχνή κατανάλωση της συνδέονται με πολλά προβλήματα υγείας

Μέλι: Με χαμηλή περιεκτικότητα σε βιταμίνες και μέταλλα, το μέλι είναι γνωστό κυρίως για τις αντιμικροβιακές και αντιβακτηριακές του ιδιότητες, λόγω των αντιοξειδωτικών που περιέχει. Όντας σάκχαρο δε διαφοροποιείται από τη ζάχαρη ως προς το θερμιδικό του περιεχόμενο και τη δράση του, προσδίδει όμως γεύση στα φαγητά και ποτά που προστίθεται.

Καρύδια: Εξαιρετική πηγή μαγνησίου και φωσφόρου καθώς και φυτικής πρωτεΐνης. Περιέχουν αρκετή ποσότητα σεληνίου και βιταμίνης Ε, στοιχεία τα οποία διακρίνονται για την αντιοξειδωτική τους δράση. Τα καρύδια είναι πλούσια σε μονοακόρεστα, ω-3 και ω-6 λιπαρά οξέα, αλλά όπως οι περισσότεροι ξηροί καρποί αποδίδουν πολλές θερμίδες

 

 

Χυμός πορτοκάλι: Είναι καλή πηγή βιταμίνης C αλλά και σακχάρων

Φρέσκο βούτυρο: Είναι το φρέσκο βούτυρο από τα πιο αμφιλεγόμενα τρόφιμα όσον αφορά την κατανάλωση του. Περιέχει πολλά κορεσμένα λιπαρά γι΄αυτό και θεωρείται ιδιαίτερα επιβλαβές κυρίως για την υγεία της καρδιάς, ενώ ιδιαίτερα υψηλό είναι και το θερμιδικό του περιεχόμενο. Ωστόσο, το φρέσκο βούτυρο αποτελεί εξαιρετική πηγή CLA (συζευγμένο λινολεϊκό οξύ) το οποίο συνδέεται με πολλά οφέλη υγείας και βουτυρικού οξέος το οποίο συμβάλλει στην καλή λειτουργία του πεπτικού συστήματος. Επιπλέον, είναι καλή πηγή των λιποδιαλυτών βιταμινών Α και D

Αμύγδαλα: Είναι σημαντική πηγή ασβεστίου και μαγνησίου, ενώ περιέχουν ικανοποιητικές ποσότητες φωσφόρου και καλίου. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η περιεκτικότητα τους σε φυτικές ίνες και πρωτεΐνη. Τα αμύγδαλα αποτελούν πολύ καλή πηγή μονοακόρεστων λιπαρών οξέων και, όπως οι περισσότεροι ξηροί καρποί, αποδίδουν πολλές θερμίδες

Διατροφική ανάλυση: Πόσες θερμίδες έχει ένα μελομακάρονο και ένας κουραμπιές;

Αν συγκρίνουμε ένα μελομακάρονο 30γρ με έναν κουραμπιέ 30γρ  θα δούμε πως οι διαφορές είναι, εν τέλει, μικρές.

Τα 30γρ μελομακάρονου αποδίδουν περίπου  165 θερμίδες, 6,5γρ λιπαρών εκ των οποίων τα 0.8γρ κορεσμένα και  1,5γρ πρωτεΐνης. Αντίστοιχα, 30γρ κουραμπιέ αποδίδουν περίπου 180 θερμίδες, 8γρ λιπαρών εκ των οποίων τα 3,8 κορεσμένα και 4γρ πρωτεΐνης.

Με κριτήριο τη θερμιδική επιβάρυνση που θα έχουμε από την κατανάλωση τους, το μελομακάρονο είναι καλύτερο αφού αποδίδει λιγότερες θερμίδες από τον κουραμπιέ.

Με κριτήριο τα λιπαρά που περιέχουν το μελομακάρονο είναι και πάλι καλύτερο αφού περιέχει σχετικά μικρότερη ποσότητα λιπαρών και έχει πολύ λιγότερα κορεσμένα λιπαρά. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως πλέον οι περισσότεροι αντικαθιστούν το ελαιόλαδο στα μελομακάρονα με διάφορα σπορέλαια για πιο ελαφριά γεύση, γεγονός που μειώνει τη θρεπτική αξία του μελομακάρονου ως προς τα λιπαρά.

Με κριτήριο την πρωτεΐνη ο κουραμπιές είναι σαφώς καλύτερος αφού το πρωτεϊνικό του περιεχόμενο λόγω του βούτυρου και των αμυγδάλων είναι μεγαλύτερο.

Με κριτήριο το γλυκαιμικό φορτίο ο κουραμπιές έχει ελάχιστα καλύτερο αποτέλεσμα λόγω της ύπαρξης μεγάλων ποσοτήτων βούτυρου και αμυγδάλων (τα μελομακάρονα περιέχουν λάδι και καρύδια, συνήθως όμως η ποσότητα καρυδιών είναι αρκετά μικρή ανά μελομακάρονο). Τόσο τα μελομακάρονα όσο και οι κουραμπιέδες όμως έχουν αρνητικό αντίκτυπο στα επίπεδα σακχάρου αφού περιέχουν μεγάλες ποσότητες αλευριού και ζάχαρης. Τα μελομακάρονα περιέχουν κανέλλα και γαρύφαλλο τα οποία φέρεται να βοηθούν στα φυσιολογικά επίπεδα σακχάρου, εν τούτοις η ποσότητα τους είναι αρκετά μικρή για να κάνουν τη διαφορά.

Μελομακάρονο και κουραμπιές, αγαπημένα γλυκά των Χριστουγέννων.

Και τα δύο περιέχουν τόσο ωφέλιμα όσο και επιβλαβή συστατικά. Και τα δύο μπορούν να επιβαρύνουν την υγεία μας, όπως όλα τα γλυκά άλλωστε, αν καταναλωθούν σε μεγάλη ποσότητα ή και συχνότητα. Για να χαρούμε τις γιορτές έχοντας τη μικρότερη δυνατή επιβάρυνση στην υγεία μας μπορούμε να απολαύσουμε και τα δύο αλλά με μέτρο και σύνεση. Ένα μελομακάρονο ή ένας κουραμπιές ως σνακ κάποιο απόγευμα δε θα μας βλάψει.

Για όσους αγαπούν την ποσότητα υπάρχουν και σε μέγεθος μπουκιάς, οπότε εύκολα μπορεί να καταναλώσει κανείς 2 ή και 3 κομμάτια, ανάλογα το μέγεθος. Και για όσους αποφεύγουν τη ζάχαρη και το μέλι, πλέον υπάρχει πληθώρα συνταγών οι οποίες τα αντικαθιστούν με άλλες γλυκαντικές ουσίες.

 

(*) Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, B, Γ. Γραμματέας Ελληνικής Διατροφολογικής Εταιρείας (ΕΛ.Δ.Ε.)

 

Το νερό βοηθάει στο αδυνάτισμα;

Περισσότερα
Advertisement

Υγεία

Το σάλιο δείχνει πόσο σοβαρή θα είναι η νόσος

Δημοσιεύθηκε

στις

Τα υψηλά επίπεδα του νέου κορωνοϊού φαίνεται ότι αποτελούν δείκτη για το αν ένα θετικό στον ιό άτομο θα κινδυνεύσει αργότερα να νοσηλευθεί, ακόμη και να χάσει τη ζωή του.

 

Στους γνωστούς παράγοντες κινδύνου για σοβαρή νόσηση από COVID-19 όπως είναι η προχωρημένη ηλικία, το ανδρικό φύλο και τα υποκείμενα νοσήματα, μια νέα μελέτη προσθέτει έναν ακόμη: τα υψηλά επίπεδα του ιού SARS-CoV-2 στο σάλιο του πάσχοντος.

Τα συμβατικά τεστ για ανίχνευση του νέου κορωνοϊού διεξάγονται με λήψη επιχρίσματος από το εσωτερικό της μύτης και του φάρυγγα (ρινοφαρυγγικό επίχρισμα). Ωστόσο νέα τεστ ανιχνεύουν τον ιό στο σάλιο – μάλιστα τέτοια τεστ είναι πλέον διαθέσιμα και στη χώρα μας – και η καινούργια μελέτη δείχνει μια σημαντική συσχέτιση μεταξύ των υψηλών επιπέδων του ιού στο σάλιο και του κινδύνου για μετέπειτα εισαγωγή στο νοσοκομείο ακόμη και για θάνατο. Αν τα ευρήματα αυτά επιβεβαιωθούν, τα τεστ σάλιου θα μπορούν να βοηθήσουν τους γιατρούς να εντοπίζουν τους ασθενείς που βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο της COVID-19 και αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο να νοσήσουν βαριά και να τους χορηγούν εγκαίρως τις κατάλληλες θεραπείες.

Η ΜΕΛΕΤΗ

Η μελέτη η οποία έχει μέχρι στιγμής ανέβει στην πλατφόρμα ανοιχτής πρόσβασης medRχiv αλλά δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί σε επιστημονική επιθεώρηση διεξήχθη από ερευνητές του Πανεπιστημίου Γέιλ με επικεφαλής την ανοσολόγο Ακίκο Ιβασάκι. Οι επιστήμονες συνέκριναν το ιικό φορτίο στο σάλιο και σε ρινοφαρυγγικά επιχρίσματα 154 ασθενών με COVID-19 και 109 υγιών ατόμων. Μοίρασαν τους ασθενείς σε τρεις ομάδες με βάση το ιικό φορτίο τους – χαμηλό ιικό φορτίο, μέτριο ιικό φορτίο και υψηλό ιικό φορτίο – όπως αυτό προσδιορίστηκε τόσο από ανάλυση του ρινοφαρυγγικού επιχρίσματος όσο και από ανάλυση του σάλιου. Στη συνέχεια συνέκριναν αυτά τα αποτελέσματα με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων που εμφάνισαν αργότερα οι ασθενείς.

Ανακάλυψαν ότι οι ασθενείς που νόσησαν στη συνέχεια βαριά, νοσηλεύθηκαν ή έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας της COVID-19 είχαν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίζουν υψηλό ιικό φορτίο στο σάλιο τους, όχι όμως και στο ρινοφαρυγγικό επίχρισμά τους.

ΠΙΟ «ΑΔΥΝΑΜΗ» ΑΝΟΣΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΚΡΙΣΗ

Όταν η δρ Ιβασάκι και οι συνάδελφοί της ανέτρεξαν στους ηλεκτρονικούς ιατρικούς φακέλους των ασθενών αναζητώντας δείκτες της νόσου στο αίμα, είδαν ότι το υψηλό ιικό φορτίο στο σάλιο συνδεόταν με υψηλά επίπεδα προφλεγμονωδών μορίων όπως οι κυτταροκίνες και οι χημειοκίνες που παράγονται ως απόκριση σε μολύνσεις από ιούς και συνδέονται με βλάβες στους ιστούς. Είδαν επίσης ότι τα άτομα με υψηλό ιικό φορτίο στο σάλιο εμφάνιζαν σταδιακή απώλεια κυττάρων τα οποία παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ανοσολογική απόκριση ενάντια σε ιούς, χαμηλότερα επίπεδα αντισωμάτων που στοχεύουν την πρωτεΐνη-ακίδα την οποία ο ιός χρησιμοποιεί για να εισέλθει στα κύτταρα και καθυστέρηση στην ανάπτυξη της ισχυρής ανοσολογικής απόκρισης που είναι απαραίτητη για να νικηθεί ο ιός.

ΓΙΑΤΙ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΔΕΙΚΤΗ ΠΡΟΓΝΩΣΗΣ

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Γέιλ υποστηρίζουν ότι το σάλιο αποτελεί καλύτερο δείκτη πρόγνωσης της εξέλιξης της COVID-19 σε σύγκριση με το επίχρισμα που λαμβάνεται από τη μύτη. Και αυτό διότι το ρινικό επίχρισμα λαμβάνεται από την ανώτερη αναπνευστική οδό ενώ η σοβαρή νόσος συνδέεται με βλάβες βαθιά στους πνεύμονες – και το σάλιο μπορεί να αντικατοπτρίσει καλύτερα το ιικό φορτίο στους πνεύμονες. «Το σάλιο μπορεί να δείξει καλύτερα τι συμβαίνει στο κατώτερο αναπνευστικό σύστημα» ανέφερε η δρ Ιβασάκι και εξήγησε ότι οι κροσσοί που «ντύνουν» το αναπνευστικό σύστημα μεταφέρουν τη βλέννα από τους πνέυμονες στον λαιμό όπου αναμειγνύεται με το σάλιο

 

 

ΕΝΘΕΤΟ

Προς έγκαιρη θεραπεία

Η επικεφαλής της μελέτης προσέθεσε ότι τα ευρήματα της ίδιας και της ομάδας της πρέπει να αναπαραχθούν τώρα και από άλλες ομάδες προκειμένου να εξαχθούν περαιτέρω στοιχεία σχετικά με το πόσο ακριβώς κινδυνεύει ένα άτομο με υψηλό ιικό φορτίο στο σάλιο να αναπτύξει σοβαρή COVID-19. Αν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν, τα τεστ σάλιου αναμένεται να αποτελέσουν σημαντική «χείρα βοηθείας» για τους γιατρούς οι οποίοι θα μπορούν να παρεμβαίνουν εγκαίρως σε άτομα με υψηλό ιικό φορτίο και να τους χορηγούν είτε αντισώματα που θα μειώνουν την ποσότητα του ιού στο αναπνευστικό σύστημα είτε στεροειδή με στόχο να καταστέλλεται η υπέρμετρη ανοσολογική απόκριση που είναι καταστροφική για τον οργανισμό.

Τα τεστ σάλιου είναι φθηνότερα και πιο εύκολα στη χρήση από τα τεστ λήψης ρινοφαρυγγικού επιχρίσματος, ωστόσο εφαρμόζονται σε πολύ μικρότερη κλίμακα. Εκτιμάται ότι στοιχεία σαν και αυτά θα ανοίξουν τον δρόμο για πολύ ευρύτερη χρήση των συγκεκριμένων τεστ συμβάλλοντας και σε καλύτερο έλεγχο της πανδημίας.

 

Περισσότερα

Υγεία

Τι ώρα να τρώμε βραδινό για να μην παχύνουμε και να μην αυξηθεί το σάκχαρο

Δημοσιεύθηκε

στις

Η κατανάλωση γευμάτων αργά το βράδυ μπορεί να συμβάλει στην αύξηση του βάρους και του σακχάρου στο αίμα, σύμφωνα με μία μικρή μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Endocrine Society’s Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism.

Πάνω από 2,1 δισεκατομμύρια εκτιμάται ότι είναι ο αριθμός των υπέρβαρων ή παχύσαρκων ενηλίκων παγκοσμίως, γεγονός που καθιστά πιθανότερα τα προβλήματα υγείας όπως ο διαβήτης και η υψηλή αρτηριακή πίεση. Κάποιες μελέτες δείχνουν ότι η κατανάλωση θερμίδων αργά μέσα στην ημέρα σχετίζεται με την παχυσαρκία και το μεταβολικό σύνδρομο.

«Η μελέτη αυτή δίνει νέα διάσταση στο πώς η κατανάλωση βραδινών γευμάτων επιδεινώνει την αντοχή στη γλυκόζη και μειώνει την ποσότητα του λίπους που καίγεται. Οι επιπτώσεις των βραδινών γευμάτων ποικίλουν σημαντικά ανάμεσα στους ανθρώπους και εξαρτώνται από τη συνήθη ώρα ύπνου, πράγμα που δείχνει ότι κάποιοι άνθρωποι μπορεί να είναι πιο ευάλωτοι από άλλους. Αν οι μεταβολικές επιδράσεις που παρατηρήσαμε με το ένα γεύμα γίνουν χρόνιες, τα βραδινά γεύματα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε συνέπειες όπως ο διαβήτης ή η παχυσαρκία», εξηγεί ο συγγραφέας της μελέτης, Δρ. Jonathan C. Jun από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Johns Hopkins.

Οι ερευνητές μελέτησαν 20 υγιείς εθελοντές (10 άνδρες και 10 γυναίκες) για να διαπιστώσουν τον τρόπο με τον οποίο μεταβόλιζαν το δείπνο που καταναλώνεται μετά τις 10 το βράδυ σε σύγκριση με αυτό των 6 το απόγευμα. Όλοι οι εθελοντές πήγαιναν για ύπνο στις 11 το βράδυ. Οι ερευνητές, λοιπόν, βρήκαν ότι τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα ήταν υψηλότερα και η ποσότητα του λίπους που κάηκε ήταν μικρότερη στην περίπτωση του βραδινού γεύματος, ακόμα και όταν και στις δύο περιπτώσεις καταναλώθηκαν τα ίδια τρόφιμα.

«Κατά μέσο όρο, το ανώτερο επίπεδο γλυκόζης μετά το βραδινό γεύμα ήταν σχεδόν 18% υψηλότερο και η ποσότητα λίπους που κάηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας ήταν μειωμένη κατά 10% συγκριτικά με την κατανάλωση ενός απογευματινού, τελευταίου γεύματος για την ημέρα. Οι επιπτώσεις που παρατηρήσαμε στους υγιείς εθελοντές μπορεί να είναι πιο σημαντικές σε ανθρώπους που πάσχουν από παχυσαρκία ή διαβήτη, οι οποίοι έχουν ήδη υποβαθμισμένο μεταβολισμό», εξηγεί ο πρώτος συγγραφέας της μελέτης, Δρ. Chenjuan Gu.

Αυτή δεν είναι η πρώτη μελέτη που δείχνει τις επιπτώσεις της κατανάλωσης φαγητού αργά το βράδυ, είναι, όμως, από τις πιο λεπτομερείς. Οι συμμετέχοντες φορούσαν μετρητές δραστηριότητας, υποβάλλονταν σε δειγματοληψία αίματος κάθε ώρα που έμεναν στο εργαστήριο, συμμετείχαν σε μελέτες ύπνου και εξετάσεις σωματικού λίπους καθώς και του ρυθμού καύσης του λίπους (οξείδωση).

«Χρειάζεται να κάνουμε περισσότερα πειράματα για να διαπιστώσουμε αν αυτές οι επιδράσεις συνεχίζονται με την πάροδο του χρόνου και αν προκαλούνται περισσότερο από τη συμπεριφορά (όπως ο ύπνος αμέσως μετά την κατανάλωση ενός γεύματος) ή από τον κιρκαδιανό ρυθμό του σώματος», καταλήγει ο Δρ. Jun.

Το βέβαιο πάντως είναι σύμφωνα με τους ερευνητές ότι όσο πιο νωρίς φάμε το δείπνο μας και σε όσο μεγαλύτερη απόσταση από την ώρα του ύπνου, κινδυνεύουμε λιγότερο από αύξηση του λίπους στο σώμα, καθώς και του σακχάρου στο αίμα.

www.protothema.gr

Περισσότερα

Υγεία

Κορονοϊός: Τι να κάνετε τις δύο μέρες πριν το εμβόλιο για να ”πιάσει” καλύτερα

Δημοσιεύθηκε

στις

Ένα από τα πιο ενθαρρυντικά πράγματα για τα εμβόλια κορονοϊού από την Pfizer και τη Moderna είναι ότι και τα δύο βρέθηκαν να είναι 95% αποτελεσματικά στην πρόληψη της νόσου COVID-19 κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών.

Ο κορονοϊός ήρθε για να μείνει, όπως είπε και ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας, και το εμβόλιο είναι ο καλύτερος τρόπος για να προστατευτεί κανείς.

Ωστόσο, μια νέα ερευνητική έκθεση που πρόκειται να δημοσιευτεί στο επιστημονικό περιοδικό Perspectives on Psychological Science αποκαλύπτει ότι υπάρχουν δύο πράγματα που μπορεί να κάνει κάποιος, ώστε να ενισχύσει το ανοσοποιητικό του σύστημα και ενδεχομένως να βελτιώσει, έστω και λίγο, την αποτελεσματικότητα του εμβολίου, καθώς και να μειώσει τη σοβαρότητα από τις πιθανές, προσωρινές παρενέργειες.

Σύμφωνα με τους ερευνητές στην εν λόγω μελέτη, η έντονη σωματική άσκηση και ο καλός ύπνος τις δύο τελευταίες μέρες πριν κάνετε το εμβόλιο COVID-19, μπορεί να είναι ευεργετικά.

“Εκτός από τη φυσική επιβάρυνση της νόσου COVID-19, η πανδημία έχει εξίσου ανησυχητική παράμετρο στην ψυχική υγεία. Ο κορονοϊός προκαλεί άγχος και κατάθλιψη, μεταξύ πολλών άλλων σχετικών προβλημάτων”, ανέφερε η Annelise Madison, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και ερευνήτρια στο πανεπιστήμιο του Οχάιο.

“Η νέα μας μελέτη ρίχνει φως στην αποτελεσματικότητα του εμβολίου και στο πώς οι συμπεριφορές υγείας και το συναισθηματικό στρες μπορούν να αλλάξουν την ικανότητα του οργανισμού να αναπτύξει μια ανοσολογική απόκριση. Το πρόβλημα είναι ότι η πανδημία από μόνη της θα μπορούσε να ενισχύσει αυτούς τους παράγοντες κινδύνου», είπε η ίδια.

Προσοχή: Οι ερευνητές ΔΕΝ υποστηρίζουν ότι ο ύπνος και η άσκηση θα ενισχύσουν σημαντικά την αποτελεσματικότητα του εμβολίου COVID-19!
Ισχυρίζονται όμως ότι αυτές οι δύο δραστηριότητες θα μπορούσαν να μειώσουν το χρόνο που χρειάζεται ο οργανισμός για να αναπτύξει πλήρη ανοσοαπόκριση. Αξίζει να σημειωθεί, ότι το εμβόλιο του κορονοϊού δεν δημιουργεί ανοσία αμέσως, αλλά μετά από μερικές εβδομάδες.

Το CDC σημειώνει:
Συνήθως απαιτούνται μερικές εβδομάδες για να παράγει ο οργανισμός Τ-λεμφοκύτταρα και Β-λεμφοκύτταρα μετά τον εμβολιασμό. Επομένως, είναι πιθανό ένα άτομο να μολυνθεί με τον κορονοϊό που προκαλεί την COVID-19 λίγο πριν ή αμέσως μετά τον εμβολιασμό και στη συνέχεια να αρρωστήσει, επειδή το εμβόλιο δεν έχει προλάβει να δημιουργήσει προστασία.

Σε μια ανασκόπηση της επιστημονικής βιβλιογραφίας, η έρευνα διαπίστωσε ότι το άγχος και οι άλλοι στρεσογόνοι παράγοντες ψυχικής υγείας μπορούν να έχουν σοβαρό αντίκτυπο στην ανταπόκριση του ατόμου σε ένα εμβόλιο.

Κορονοϊός: Τι γίνεται αν η ανοσοαπόκριση του οργανισμού στο εμβόλιο είναι εξασθενημένη
Μια δημοσίευση από το Ιατρικό Κέντρο Wexner του Πανεπιστημίου του Οχάιο αναφέρει ότι μια εξασθενημένη ανοσοαπόκριση μπορεί να προκαλέσει τρεις αντιδράσεις:

παρεμβολή στην ανάπτυξη αντισωμάτων κατά του παθογόνου παράγοντα
πιο γρήγορη μείωση της προστασίας αντισωμάτων
εντατικοποίηση των παρενεργειών από το εμβόλιο
Για τον λόγο αυτό η Madison προσθέτει ότι “οι ψυχολογικές και συμπεριφορικές παρεμβάσεις μπορούν να βελτιώσουν την ανταπόκριση του οργανισμού στο εμβόλιο” και ότι είναι σημαντικό “να εντοπίσουμε αυτούς που διατρέχουν κίνδυνο για κακή ανοσοαπόκριση και να παρέμβουν σε αυτούς τους παράγοντες κινδύνου”.

Πηγές: https://www.eurekalert.org, https://www.cdc.gov, https://wexnermedical.osu.edu, https://bgr.com

Περισσότερα
Advertisement
Advertisement

Ροή ειδήσεων

Advertisement

Αυτή την εβδομάδα