Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021
Connect with us

Υγεία

Αυτά είναι τα 5 πιο υγιεινά τυριά – δες γιατί

Δημοσιεύθηκε

στις

Τα τυριά αποτελούν αγαπημένο έδεσμα μικρών και μεγάλων. Παρά την υψηλή περιεκτικότητά τους σε λιπαρά, τα τυριά είναι πολύ θρεπτικά, καθώς περιέχουν πρωτεΐνες και ασβέστιο.

Φυσικά, όλα τα τυριά δεν έχουν την ίδια σύσταση, τόσο σε λιπαρά, όσο και σε θρεπτικά συστατικά. Το έγκριτο επιστημονικό σάιτ Medical Daily, λοιπόν, έφτιαξε μία λίστα με τα 5 τυριά, που σύμφωνα με τον ιστότοπο είναι τα πιο υγειινά και αιτιολογεί το γιατί. Δείτε:

 

Κατσικίσιο τυρί
Περιέχει λιγότερη λακτόζη συγκριτικά με το τυρί που φτιάχνεται από αγελαδινό γάλα, γι’ αυτό αποτελεί καλύτερη επιλογή για όσους έχουν δυσανεξία στη λακτόζη. Είναι επίσης λιγότερο πιθανό να προκαλέσει γαστρεντερικά προβλήματα λόγω της περιεκτικότητάς του σε καζεΐνη Α2. Το κατσικίσιο τυρί είναι επίσης καλή πηγή βιταμίνης Α, η οποία ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα και έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες.

Μοτσαρέλα
Η μοτσαρέλα είναι εξαιρετικά αγαπητή στους περισσότερους καταναλωτές. Έχει γαλακτώδη γεύση και απαλή υφή. Ταυτόχρονα, έχει χαμηλότερη περιεκτικότητα σε νάτριο (αλάτι) από άλλους τύπους τυριών. Καλύπτει επίσης το 15% των ημερήσιων αναγκών σε ασβέστιο ανά μερίδα.

 

Παρμεζάνα
Ανήκει στην κατηγορία των τυριών που όσο ωριμάζουν γίνονται καλύτερα. Η περιεκτικότητά της σε λακτόζη μειώνεται με την πάροδο του χρόνου, γι’ αυτό αποτελεί καλή επιλογή για τα άτομα με ευαισθησίες και δυσανεξία στη λακτόζη. Η παρμεζάνα περιέχει πρωτεΐνες, ασβέστιο και φώσφορο,. Μάλιστα, είναι η καλύτερη επιλογή για αθλητές και άτομα με έντονο πρόγραμμα.

Τσένταρ
Αυτό το τυρί μοιάζει με την παρμεζάνα, καθώς ανήκειστα τυριά ωρίμανσης και αποτελεί καλή επιλογή για όσους έχουν δυσανεξία στη λακτόζη. Επίσης αποτελεί πηγή βιταμίνης Κ2, που βοηθά στην πρόληψη της συσσώρευσης ασβεστίου στις αρτηρίες που περιβάλλουν την καρδιά.

 

Ρικότα
Παρότι συνήθως παρασκευάζεται από υπολείμματα άλλων τυριών, είναι πιο υγιεινή από άλλα είδη τυριών. Έχει υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη ορού γάλακτος, η οποία συμβάλλει στην ανάπτυξη και την ενδυνάμωση των μυών. Επιπλέον, αποτελεί πηγή ορισμένων αμινοξέων όπως η λευκίνη, που προάγει την αποκατάσταση των μυών και των οστών. Η ρικότα είναι επίσης πλούσια σε ασβέστιο και έχει χαμηλά επίπεδα νατρίου.

Υγεία

Τι ώρα να τρώμε βραδινό για να μην παχύνουμε και να μην αυξηθεί το σάκχαρο

Δημοσιεύθηκε

στις

Η κατανάλωση γευμάτων αργά το βράδυ μπορεί να συμβάλει στην αύξηση του βάρους και του σακχάρου στο αίμα, σύμφωνα με μία μικρή μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Endocrine Society’s Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism.

Πάνω από 2,1 δισεκατομμύρια εκτιμάται ότι είναι ο αριθμός των υπέρβαρων ή παχύσαρκων ενηλίκων παγκοσμίως, γεγονός που καθιστά πιθανότερα τα προβλήματα υγείας όπως ο διαβήτης και η υψηλή αρτηριακή πίεση. Κάποιες μελέτες δείχνουν ότι η κατανάλωση θερμίδων αργά μέσα στην ημέρα σχετίζεται με την παχυσαρκία και το μεταβολικό σύνδρομο.

«Η μελέτη αυτή δίνει νέα διάσταση στο πώς η κατανάλωση βραδινών γευμάτων επιδεινώνει την αντοχή στη γλυκόζη και μειώνει την ποσότητα του λίπους που καίγεται. Οι επιπτώσεις των βραδινών γευμάτων ποικίλουν σημαντικά ανάμεσα στους ανθρώπους και εξαρτώνται από τη συνήθη ώρα ύπνου, πράγμα που δείχνει ότι κάποιοι άνθρωποι μπορεί να είναι πιο ευάλωτοι από άλλους. Αν οι μεταβολικές επιδράσεις που παρατηρήσαμε με το ένα γεύμα γίνουν χρόνιες, τα βραδινά γεύματα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε συνέπειες όπως ο διαβήτης ή η παχυσαρκία», εξηγεί ο συγγραφέας της μελέτης, Δρ. Jonathan C. Jun από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Johns Hopkins.

Οι ερευνητές μελέτησαν 20 υγιείς εθελοντές (10 άνδρες και 10 γυναίκες) για να διαπιστώσουν τον τρόπο με τον οποίο μεταβόλιζαν το δείπνο που καταναλώνεται μετά τις 10 το βράδυ σε σύγκριση με αυτό των 6 το απόγευμα. Όλοι οι εθελοντές πήγαιναν για ύπνο στις 11 το βράδυ. Οι ερευνητές, λοιπόν, βρήκαν ότι τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα ήταν υψηλότερα και η ποσότητα του λίπους που κάηκε ήταν μικρότερη στην περίπτωση του βραδινού γεύματος, ακόμα και όταν και στις δύο περιπτώσεις καταναλώθηκαν τα ίδια τρόφιμα.

«Κατά μέσο όρο, το ανώτερο επίπεδο γλυκόζης μετά το βραδινό γεύμα ήταν σχεδόν 18% υψηλότερο και η ποσότητα λίπους που κάηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας ήταν μειωμένη κατά 10% συγκριτικά με την κατανάλωση ενός απογευματινού, τελευταίου γεύματος για την ημέρα. Οι επιπτώσεις που παρατηρήσαμε στους υγιείς εθελοντές μπορεί να είναι πιο σημαντικές σε ανθρώπους που πάσχουν από παχυσαρκία ή διαβήτη, οι οποίοι έχουν ήδη υποβαθμισμένο μεταβολισμό», εξηγεί ο πρώτος συγγραφέας της μελέτης, Δρ. Chenjuan Gu.

Αυτή δεν είναι η πρώτη μελέτη που δείχνει τις επιπτώσεις της κατανάλωσης φαγητού αργά το βράδυ, είναι, όμως, από τις πιο λεπτομερείς. Οι συμμετέχοντες φορούσαν μετρητές δραστηριότητας, υποβάλλονταν σε δειγματοληψία αίματος κάθε ώρα που έμεναν στο εργαστήριο, συμμετείχαν σε μελέτες ύπνου και εξετάσεις σωματικού λίπους καθώς και του ρυθμού καύσης του λίπους (οξείδωση).

«Χρειάζεται να κάνουμε περισσότερα πειράματα για να διαπιστώσουμε αν αυτές οι επιδράσεις συνεχίζονται με την πάροδο του χρόνου και αν προκαλούνται περισσότερο από τη συμπεριφορά (όπως ο ύπνος αμέσως μετά την κατανάλωση ενός γεύματος) ή από τον κιρκαδιανό ρυθμό του σώματος», καταλήγει ο Δρ. Jun.

Το βέβαιο πάντως είναι σύμφωνα με τους ερευνητές ότι όσο πιο νωρίς φάμε το δείπνο μας και σε όσο μεγαλύτερη απόσταση από την ώρα του ύπνου, κινδυνεύουμε λιγότερο από αύξηση του λίπους στο σώμα, καθώς και του σακχάρου στο αίμα.

www.protothema.gr

Περισσότερα

Υγεία

Το σάλιο δείχνει πόσο σοβαρή θα είναι η νόσος

Δημοσιεύθηκε

στις

Τα υψηλά επίπεδα του νέου κορωνοϊού φαίνεται ότι αποτελούν δείκτη για το αν ένα θετικό στον ιό άτομο θα κινδυνεύσει αργότερα να νοσηλευθεί, ακόμη και να χάσει τη ζωή του.

 

Στους γνωστούς παράγοντες κινδύνου για σοβαρή νόσηση από COVID-19 όπως είναι η προχωρημένη ηλικία, το ανδρικό φύλο και τα υποκείμενα νοσήματα, μια νέα μελέτη προσθέτει έναν ακόμη: τα υψηλά επίπεδα του ιού SARS-CoV-2 στο σάλιο του πάσχοντος.

Τα συμβατικά τεστ για ανίχνευση του νέου κορωνοϊού διεξάγονται με λήψη επιχρίσματος από το εσωτερικό της μύτης και του φάρυγγα (ρινοφαρυγγικό επίχρισμα). Ωστόσο νέα τεστ ανιχνεύουν τον ιό στο σάλιο – μάλιστα τέτοια τεστ είναι πλέον διαθέσιμα και στη χώρα μας – και η καινούργια μελέτη δείχνει μια σημαντική συσχέτιση μεταξύ των υψηλών επιπέδων του ιού στο σάλιο και του κινδύνου για μετέπειτα εισαγωγή στο νοσοκομείο ακόμη και για θάνατο. Αν τα ευρήματα αυτά επιβεβαιωθούν, τα τεστ σάλιου θα μπορούν να βοηθήσουν τους γιατρούς να εντοπίζουν τους ασθενείς που βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο της COVID-19 και αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο να νοσήσουν βαριά και να τους χορηγούν εγκαίρως τις κατάλληλες θεραπείες.

Η ΜΕΛΕΤΗ

Η μελέτη η οποία έχει μέχρι στιγμής ανέβει στην πλατφόρμα ανοιχτής πρόσβασης medRχiv αλλά δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί σε επιστημονική επιθεώρηση διεξήχθη από ερευνητές του Πανεπιστημίου Γέιλ με επικεφαλής την ανοσολόγο Ακίκο Ιβασάκι. Οι επιστήμονες συνέκριναν το ιικό φορτίο στο σάλιο και σε ρινοφαρυγγικά επιχρίσματα 154 ασθενών με COVID-19 και 109 υγιών ατόμων. Μοίρασαν τους ασθενείς σε τρεις ομάδες με βάση το ιικό φορτίο τους – χαμηλό ιικό φορτίο, μέτριο ιικό φορτίο και υψηλό ιικό φορτίο – όπως αυτό προσδιορίστηκε τόσο από ανάλυση του ρινοφαρυγγικού επιχρίσματος όσο και από ανάλυση του σάλιου. Στη συνέχεια συνέκριναν αυτά τα αποτελέσματα με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων που εμφάνισαν αργότερα οι ασθενείς.

Ανακάλυψαν ότι οι ασθενείς που νόσησαν στη συνέχεια βαριά, νοσηλεύθηκαν ή έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας της COVID-19 είχαν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίζουν υψηλό ιικό φορτίο στο σάλιο τους, όχι όμως και στο ρινοφαρυγγικό επίχρισμά τους.

ΠΙΟ «ΑΔΥΝΑΜΗ» ΑΝΟΣΟΛΟΓΙΚΗ ΑΠΟΚΡΙΣΗ

Όταν η δρ Ιβασάκι και οι συνάδελφοί της ανέτρεξαν στους ηλεκτρονικούς ιατρικούς φακέλους των ασθενών αναζητώντας δείκτες της νόσου στο αίμα, είδαν ότι το υψηλό ιικό φορτίο στο σάλιο συνδεόταν με υψηλά επίπεδα προφλεγμονωδών μορίων όπως οι κυτταροκίνες και οι χημειοκίνες που παράγονται ως απόκριση σε μολύνσεις από ιούς και συνδέονται με βλάβες στους ιστούς. Είδαν επίσης ότι τα άτομα με υψηλό ιικό φορτίο στο σάλιο εμφάνιζαν σταδιακή απώλεια κυττάρων τα οποία παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ανοσολογική απόκριση ενάντια σε ιούς, χαμηλότερα επίπεδα αντισωμάτων που στοχεύουν την πρωτεΐνη-ακίδα την οποία ο ιός χρησιμοποιεί για να εισέλθει στα κύτταρα και καθυστέρηση στην ανάπτυξη της ισχυρής ανοσολογικής απόκρισης που είναι απαραίτητη για να νικηθεί ο ιός.

ΓΙΑΤΙ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΔΕΙΚΤΗ ΠΡΟΓΝΩΣΗΣ

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Γέιλ υποστηρίζουν ότι το σάλιο αποτελεί καλύτερο δείκτη πρόγνωσης της εξέλιξης της COVID-19 σε σύγκριση με το επίχρισμα που λαμβάνεται από τη μύτη. Και αυτό διότι το ρινικό επίχρισμα λαμβάνεται από την ανώτερη αναπνευστική οδό ενώ η σοβαρή νόσος συνδέεται με βλάβες βαθιά στους πνεύμονες – και το σάλιο μπορεί να αντικατοπτρίσει καλύτερα το ιικό φορτίο στους πνεύμονες. «Το σάλιο μπορεί να δείξει καλύτερα τι συμβαίνει στο κατώτερο αναπνευστικό σύστημα» ανέφερε η δρ Ιβασάκι και εξήγησε ότι οι κροσσοί που «ντύνουν» το αναπνευστικό σύστημα μεταφέρουν τη βλέννα από τους πνέυμονες στον λαιμό όπου αναμειγνύεται με το σάλιο

 

 

ΕΝΘΕΤΟ

Προς έγκαιρη θεραπεία

Η επικεφαλής της μελέτης προσέθεσε ότι τα ευρήματα της ίδιας και της ομάδας της πρέπει να αναπαραχθούν τώρα και από άλλες ομάδες προκειμένου να εξαχθούν περαιτέρω στοιχεία σχετικά με το πόσο ακριβώς κινδυνεύει ένα άτομο με υψηλό ιικό φορτίο στο σάλιο να αναπτύξει σοβαρή COVID-19. Αν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν, τα τεστ σάλιου αναμένεται να αποτελέσουν σημαντική «χείρα βοηθείας» για τους γιατρούς οι οποίοι θα μπορούν να παρεμβαίνουν εγκαίρως σε άτομα με υψηλό ιικό φορτίο και να τους χορηγούν είτε αντισώματα που θα μειώνουν την ποσότητα του ιού στο αναπνευστικό σύστημα είτε στεροειδή με στόχο να καταστέλλεται η υπέρμετρη ανοσολογική απόκριση που είναι καταστροφική για τον οργανισμό.

Τα τεστ σάλιου είναι φθηνότερα και πιο εύκολα στη χρήση από τα τεστ λήψης ρινοφαρυγγικού επιχρίσματος, ωστόσο εφαρμόζονται σε πολύ μικρότερη κλίμακα. Εκτιμάται ότι στοιχεία σαν και αυτά θα ανοίξουν τον δρόμο για πολύ ευρύτερη χρήση των συγκεκριμένων τεστ συμβάλλοντας και σε καλύτερο έλεγχο της πανδημίας.

 

Περισσότερα

Υγεία

Κορονοϊός: Τι να κάνετε τις δύο μέρες πριν το εμβόλιο για να ”πιάσει” καλύτερα

Δημοσιεύθηκε

στις

Ένα από τα πιο ενθαρρυντικά πράγματα για τα εμβόλια κορονοϊού από την Pfizer και τη Moderna είναι ότι και τα δύο βρέθηκαν να είναι 95% αποτελεσματικά στην πρόληψη της νόσου COVID-19 κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών.

Ο κορονοϊός ήρθε για να μείνει, όπως είπε και ο καθηγητής Σωτήρης Τσιόδρας, και το εμβόλιο είναι ο καλύτερος τρόπος για να προστατευτεί κανείς.

Ωστόσο, μια νέα ερευνητική έκθεση που πρόκειται να δημοσιευτεί στο επιστημονικό περιοδικό Perspectives on Psychological Science αποκαλύπτει ότι υπάρχουν δύο πράγματα που μπορεί να κάνει κάποιος, ώστε να ενισχύσει το ανοσοποιητικό του σύστημα και ενδεχομένως να βελτιώσει, έστω και λίγο, την αποτελεσματικότητα του εμβολίου, καθώς και να μειώσει τη σοβαρότητα από τις πιθανές, προσωρινές παρενέργειες.

Σύμφωνα με τους ερευνητές στην εν λόγω μελέτη, η έντονη σωματική άσκηση και ο καλός ύπνος τις δύο τελευταίες μέρες πριν κάνετε το εμβόλιο COVID-19, μπορεί να είναι ευεργετικά.

“Εκτός από τη φυσική επιβάρυνση της νόσου COVID-19, η πανδημία έχει εξίσου ανησυχητική παράμετρο στην ψυχική υγεία. Ο κορονοϊός προκαλεί άγχος και κατάθλιψη, μεταξύ πολλών άλλων σχετικών προβλημάτων”, ανέφερε η Annelise Madison, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και ερευνήτρια στο πανεπιστήμιο του Οχάιο.

“Η νέα μας μελέτη ρίχνει φως στην αποτελεσματικότητα του εμβολίου και στο πώς οι συμπεριφορές υγείας και το συναισθηματικό στρες μπορούν να αλλάξουν την ικανότητα του οργανισμού να αναπτύξει μια ανοσολογική απόκριση. Το πρόβλημα είναι ότι η πανδημία από μόνη της θα μπορούσε να ενισχύσει αυτούς τους παράγοντες κινδύνου», είπε η ίδια.

Προσοχή: Οι ερευνητές ΔΕΝ υποστηρίζουν ότι ο ύπνος και η άσκηση θα ενισχύσουν σημαντικά την αποτελεσματικότητα του εμβολίου COVID-19!
Ισχυρίζονται όμως ότι αυτές οι δύο δραστηριότητες θα μπορούσαν να μειώσουν το χρόνο που χρειάζεται ο οργανισμός για να αναπτύξει πλήρη ανοσοαπόκριση. Αξίζει να σημειωθεί, ότι το εμβόλιο του κορονοϊού δεν δημιουργεί ανοσία αμέσως, αλλά μετά από μερικές εβδομάδες.

Το CDC σημειώνει:
Συνήθως απαιτούνται μερικές εβδομάδες για να παράγει ο οργανισμός Τ-λεμφοκύτταρα και Β-λεμφοκύτταρα μετά τον εμβολιασμό. Επομένως, είναι πιθανό ένα άτομο να μολυνθεί με τον κορονοϊό που προκαλεί την COVID-19 λίγο πριν ή αμέσως μετά τον εμβολιασμό και στη συνέχεια να αρρωστήσει, επειδή το εμβόλιο δεν έχει προλάβει να δημιουργήσει προστασία.

Σε μια ανασκόπηση της επιστημονικής βιβλιογραφίας, η έρευνα διαπίστωσε ότι το άγχος και οι άλλοι στρεσογόνοι παράγοντες ψυχικής υγείας μπορούν να έχουν σοβαρό αντίκτυπο στην ανταπόκριση του ατόμου σε ένα εμβόλιο.

Κορονοϊός: Τι γίνεται αν η ανοσοαπόκριση του οργανισμού στο εμβόλιο είναι εξασθενημένη
Μια δημοσίευση από το Ιατρικό Κέντρο Wexner του Πανεπιστημίου του Οχάιο αναφέρει ότι μια εξασθενημένη ανοσοαπόκριση μπορεί να προκαλέσει τρεις αντιδράσεις:

παρεμβολή στην ανάπτυξη αντισωμάτων κατά του παθογόνου παράγοντα
πιο γρήγορη μείωση της προστασίας αντισωμάτων
εντατικοποίηση των παρενεργειών από το εμβόλιο
Για τον λόγο αυτό η Madison προσθέτει ότι “οι ψυχολογικές και συμπεριφορικές παρεμβάσεις μπορούν να βελτιώσουν την ανταπόκριση του οργανισμού στο εμβόλιο” και ότι είναι σημαντικό “να εντοπίσουμε αυτούς που διατρέχουν κίνδυνο για κακή ανοσοαπόκριση και να παρέμβουν σε αυτούς τους παράγοντες κινδύνου”.

Πηγές: https://www.eurekalert.org, https://www.cdc.gov, https://wexnermedical.osu.edu, https://bgr.com

Περισσότερα
Advertisement
Advertisement

Ροή ειδήσεων

Advertisement

Αυτή την εβδομάδα