Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2022
Connect with us

Άρθρα-Συνεργασίες

«Πανέξυπνη, παμπόνηρη ή πανούργα;»

Γράφει η Αμαλία Γ. Κουσαδιανού – Διδάχου, Πτυχιούχος Φιλοσοφίας – Συγγραφέας

Δημοσιεύθηκε

στις

Θα ξεκινήσουμε με την πρώτη λέξη του τίτλου μας: έξυπνος.  Οι Έλληνες συνέλαβαν την έννοια αυτή για να δηλώσουν αυτόν που δεν βρίσκεται σε κατάσταση ύπνου αλλά σε εγρήγορση. Μετέπειτα παρουσιάσθηκαν πολλές συνώνυμες λέξεις όπως: ευφυής, νοήμων, εύστροφος αλλά και μεγαλοφυής και ιδιοφυής. Ο ευφυής επομένως, ο έξυπνος, είναι μια ιδιαίτερα προικισμένη φύση και η εξυπνάδα είναι απόλυτα συνδεδεμένη με το μορφωτικό επίπεδο και την πνευματική καλλιέργεια του ατόμου.

Στην αντίπερα όχθη, ο πονηρός είναι ο «καταφερτζής», αυτός που πετυχαίνει το στόχο του με τεχνάσματα, συχνά όχι έντιμα αλλά που περιέχουν εξαπάτηση, δόλο ή παραπλάνηση. Ο πονηρός, επομένως, έχοντας συνήθως και χαμηλού επιπέδου πνευματική καλλιέργεια, εξισορροπεί αυτή την έλλειψη καταφεύγοντας σε ενέργειες που αποσκοπούν στο «να ξεγελάσει» για να κερδίσει.

Όταν, λοιπόν, αναφερόμαστε και μάλιστα δημόσια σε χαρακτήρες, η πάμπλουτη ελληνική γλώσσα, μας έχει εξοπλίσει απλόχερα με τις σωστές λέξεις.

Ας μην ολισθαίνουμε επομένως, στο «λέρωμα» της λέξης «πανέξυπνη», χαρακτηρίζοντας συνεχώς έτσι την προφυλακισθείσα ως υπεύθυνη για την δολοφονία του παιδιού της.

Τονίζουμε εδώ ότι η προσέγγιση μας, δεν είναι μόνο από φιλολογικό ενδιαφέρον, αλλά κρούει και τον κώδωνα, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος σε κάποια «υπολειτουργούντα μυαλά» να δημιουργηθεί θαυμασμός και πρότυπο λόγω της… εξυπνάδας της…

Αλλά και «παμπόνηρη» να αποκαλείται θωπεία είναι!  Γιατί υπάρχει και η έννοια «πανουργία» που σημαίνει την δόλια και μυστική δράση σε βάρος κάποιου, την σχεδιασμένη προσπάθεια που έχει στόχο να βλάψει κάποιον.

Πανέξυπνη, παμπόνηρη ή πανούργα;  Τα συμπεράσματα στους αναγνώστες έως ότου και αν αποδειχθεί ότι όλες οι λέξεις θα είναι πάμπτωχες…

 

Περισσότερα

Άρθρα-Συνεργασίες

ΑΠΟΨΗ: Μπαίνοντας στον (πραγματικό) χειμώνα

Δημοσιεύθηκε

στις

 

 

Κάποτε – πριν λίγους μήνες – μιλούσαμε για τον «επικείμενο δύσκολο χειμώνα». Τώρα πια όμως, βρισκόμαστε σε αυτόν τον χειμώνα. Η θερμοκρασία έχει πέσει αρκετά, η ακρίβεια «θερίζει» τα εισοδήματα, η ενεργειακή κρίση παραμένει «παρούσα» και επιπλέον, η χώρα έχει μπει σε προεκλογική περίοδο.

Κάνοντας μία πρώτη εκτίμηση για το πώς εξελίσσεται αυτή η πολύ δύσκολη εποχή λοιπόν, μπορούμε μάλλον να πούμε ότι ναι μεν η κοινωνία μας διανύει μία περίοδο άγχους και αγωνίας για την καθημερινή επιβίωση, αλλά δεν έχουμε ακόμα κάποιο έμπρακτο στοιχείο αυτού που θα αποκαλούσαμε ως «τέλεια καταιγίδα».

Η «μαύρη Παρασκευή» που πέρασε, είναι μάλλον ενδεικτική της σαιζόν που διανύουμε. Λίγες και στοχευμένες αγορές. Οι καταναλωτές παραμένουν συγκρατημένοι, προσπαθούν να συγκρατήσουν χρήματα για τη συνέχεια. Άλλωστε, οι βασικές ανάγκες των νοικοκυριών παραμένουν αναλλοίωτες. Και η αγορά, προσαρμόζεται για άλλη μία φορά σε μία «εποχή ισχνών αγελάδων», όπου πρώτο ζητούμενο είναι η «αντοχή» και όχι το «κέρδος».

Επιπλέον, το «καλάθι του νοικοκυριού» που ασφαλώς και δεν λύνει το πρόβλημα της ακρίβειας, μάλλον ενδιαφέρει την κοινωνία πολύ περισσότερο από όσο πιστεύει η αντιπολίτευση και ενδεχομένως, ένα τμήμα της κοινωνίας που υποτιμάει και υποβαθμίζει το συγκεκριμένο μέτρο, που όμως προσφέρει βοήθεια σε ένα άλλο – και ίσως μεγαλύτερο από όσο όλοι πιστεύουμε – τμήμα της κοινωνίας.

Ασφαλώς, ο χειμώνας είναι ακόμα μπροστά μας. Κανένας δεν ξέρει πόσο βαρύς θα είναι από πλευράς κλιματολογικών συνθηκών, κανένας δεν ξέρει πως θα εξελιχθεί ο πόλεμος στην Ουκρανία, αλλά και τι θα γίνει στις άλλες χώρες της Ευρώπης.

Προς το παρόν πάντως, όλα δείχνουν ότι προχωράμε προς την εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων με «σφιγμένο ζωνάρι», χωρίς πάντως να διαφαίνεται κάποιου είδους «αδιέξοδο». Τα φώτα μας, μάλλον θα παραμείνουν ανοικτά και η ζωή θα προχωρήσει με δυσκολίες, αλλά στο τέλος, ίσως θα μπορούμε να πούμε «τα καταφέραμε και πάλι». Ίδωμεν

Περισσότερα

Άρθρα-Συνεργασίες

ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ καφενεία, που αργοσβήνουν!- Του Νίκου Σουγλέρη

Δημοσιεύθηκε

στις

 

Αν έκαναν ένα καλό οι Τούρκοι στο βίαιο πέρασμα τους από την Ευρωπαϊκή ήπειρο, είναι που έμαθαν στους Ευρωπαίους να εκτιμούν και να πίνουν καφέ. Ο Ελληνισμός πέριξ του Αιγαίου άρχισε να πίνει το καφεδάκι του ήδη από τον 15ο αιώνα. Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν και τα πρώτα καφενεία, αρχικά στην Κων/πολη και μετά στην υπόλοιπη Ελλάδα. μόνο με Τούρκους πελάτες στην αρχή αλλά σύντομα προστέθηκαν και Έλληνες Στην πρώτη φάση ύπαρξης τους τα καφενεία συνδύαζαν την απόλαυση του αρωματικού καφέ ψημένου στη χόβολη με το κάπνισμα του ναργιλέ. Μεγάλη ιστορία ο ναργιλές με πολλούς και φανατικούς οπαδούς που αποκαλούνταν “Θεριακλήδες” και “Ναργιλεδοφουμαδόροι” Το 1931 η Αστυνομία απαγόρεψε τη χρήση του, τουλάχιστον στο κέντρο των μεγάλων πόλεων αν και μέχρι τη δεκαετία του 60 υπήρχαν πολλά καφενεία με ναργιλέδες -με την ανοχή του Κράτους. Προσωπικά έβλεπα καθημερινά να καπνίζουν ναργιλέ σε καφενείο σε υπόγεια στοά στην Ομόνοια μέχρι τις αρχές του 1980. Στις αρχές του 20ου αιώνα τα καφενεία είχαν διπλό και τριπλό ρόλο. Προσέφεραν καφέ αλλά ταυτόχρονα σερβίριζαν και ουζάκι ή ρακή (με μεζέ ελίτσες και ντοματούλα, ίσως και τυρί ή παστή σαρδέλα και τουρσί), παράλληλα όμως ήταν και μπακάλικα. Ποιός μπορεί να ξεχάσει την κλασική φιγούρα του Ζήκου (Χατζηχρήστος) στον Μπακαλόγατο να εκτελεί χρέη σερβιτόρου και μπακάλη ταυτόχρονα; Ακόμα και πριν λίγα χρόνια όμως, έτσι συνέχιζαν να λειτουργούν στα πολύ μικρά και απομακρυσμένα χωριά. Το μενού περιλάμβανε και μπύρα, ακόμα και να σερβίρεται φασολάδα 8 η ώρα το πρωί είχα πετύχει σε ορεινό καφενείο σχετικά πρόσφατα. Πολυδιάστατος ο ρόλος των Ελληνικών καφενείων λοιπόν αλλά πάντα με μία και απαράβατη αρχή :Οι χώροι ήταν ανδροκρατούμενοι. Οι γυναίκες-και ειδικά οι ανύπαντρες η οι ασυνόδευτες απλά αντιμετώπιζαν το Αβατο του Αγίου Ορους. Ο χώρος μύριζε από μακριά τεστοστερόνη και ήταν θολός από την κάπνα ναργιλέδων και σέρτικων τσιγάρων. Στα εξωτερικά τραπεζάκια αν μία κυρία συνοδευόταν από τον σύζυγο, θα μπορούσε να καθίσει σεμνά και να απολαύσει γλυκό του κουταλιού ή βανίλια-υποβρύχιο, με νεράκι σκέτο φυσικά. Το καφενείο ήταν χώρος για άντρες αποκλειστικά. Χαρτιά, τάβλι, εφημερίδες, κουβέντες για ποδόσφαιρο και πολιτική. Πολλά καφενεία “χρωματίζονταν” ανάλογα με τις προτιμήσεις του φανατικού ιδιοκτήτη και γίνονταν κόκκινα ή πράσινα (ποδοσφαιρικά) και μπλε ή πράσινα (πολιτικά) ιδιαίτερα μετά την Μεταπολίτευση Καθώς λοιπόν το DNA του Ελληνα παραμένει αναλλοίωτο ανά τους αιώνες, το Ελληνικό καφενείο ξεχώρισε και από το Τούρκικο-τεκέ και από το Ευρωπαϊκό κυριλέ καφέ μετά γλυκισμάτων. Το δικό μας ήρθε και ανέλαβε το ρόλο της Αρχαίας Αγοράς. Παθιασμένες συζητήσεις, διαφωνίες, καυγάδες, λογύδρια, κουβέντες επί παντός του επιστητού. Και έπειτα ερχόταν η συμφιλίωση μέσα από μιά παρτίδα τάβλι ή πρέφα, με φωνές και πειράγματα. “Κι εμείς οι τρεις στον καφενέ, τσιγάρο, πρέφα και καφέ, βρε δε βαριέσαι, αδερφέ” που τραγουδούσε ο Χατζής. Και κατόπιν επιστροφή στο σπίτι όπου περίμενε το φρεσκο-μαγειρεμένο φαγητό από τα χεράκια της συζύγου η της μαμάς. Σιγά σιγά τα καφενεία μας εξαφανίζονται και καθώς οι μεγαλύτεροι σε ηλικία “φεύγουν” σβήνουν και οι αναμνήσεις. Ο Ελληνικός καφές αντικαταστάθηκε από τον εσπρέσσο και το καπουτσίνο και κανείς πιά δεν διανοείται να απαγορεύσει σε γυναίκες να καθίσουν όπου τους αρέσει. Η πολιτική και το ποδόσφαιρο έχουν πιά χάσει το ενδιαφέρον τους και επικρατούν οι συζητήσεις για τα κοινωνικά και τις προσωπικές σχέσεις. Η ξένη μουσική, η ατμόσφαιρα, η απαγόρευση του καπνίσματος μας κάνουν πιά περισσότερο “Ευρωπαίους”. Τα δε αυτο-αποκαλούμενα “Παραδοσιακά καφενεία” είναι τα περισσότερα ντεμέκ καταστάσεις -ελάχιστα είναι πιά τα αυθεντικά, ιδιαίτερα στις πόλεις. Τα καφενεία όπως τα γνωρίσαμε οι παλαιότεροι είναι απόηχοι άλλων εποχών και χάνονται μαζί τους.

Περισσότερα

Άρθρα-Συνεργασίες

ΑΠΟΨΗ: Εργάτες γης και ελληνική αγροτική παραγωγή

Δημοσιεύθηκε

στις

 

 

Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι αγρότες στις μέρες μας είναι η έλλειψη εργατικών χεριών. Και όταν μιλάμε για «έλλειψη χεριών», αναφερόμαστε σε έλλειψη ξένων εργατών γης, καθώς όπως είναι γνωστό, ελάχιστοι είναι πλέον οι Έλληνες που είναι διατεθειμένοι να εργαστούν σε αγροτικές εργασίες.

Το ερώτημα τέθηκε στον Κυριάκο Μητσοτάκη κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου στην Πάτρα την περασμένη Τετάρτη και η απάντηση που δόθηκε ήταν πως γίνεται μία προσπάθεια μέσω διακρατικών συμφωνιών, να αυξηθεί ο χρόνος παραμονής ξένων εργατών γης στην Ελλάδα. Ο Πρωθυπουργός ανέφερε και κάτι άλλο όμως, που είναι και η «βάση» του προβλήματος: Είναι ζήτημα μεροκάματων. Όταν ο ξένος εργάτης παίρνει 30 ή 35 ευρώ μεροκάματο στην Ελλάδα και μπορεί να βρει 80 ευρώ σε κάποια άλλη χώρα (Ισπανία, π.χ.), τότε θα επιλέξει να πάει στην Ισπανία. Ο Βαλκάνιος εργάτης λοιπόν, μπορεί πολύ πιο εύκολα πλέον να βρει καλύτερα μεροκάματα σε άλλες χώρες και να μην προτιμήσει την Ελλάδα.

Αντέχει όμως ο Έλληνας παραγωγός να πληρώνει 80 και 100 ευρώ, μεροκάματο; Σαφώς και όχι. Και δεν αντέχει γιατί δεν πουλάει το προϊόν του σε τιμές που να μπορούν να καλύπτουν αυτά τα κόστη. Κάπως έτσι λοιπόν, μπαίνουμε σε έναν φαύλο κύκλο, στο τέλος του οποίου θα γυρίσουμε στη μόνη ουσιαστική συζήτηση που μπορεί να γίνει για την ελληνική αγροτική παραγωγή. Ο μόνος τρόπος να γίνει η ελληνική παραγωγή ανταγωνιστική είναι, οι μικροί κλήροι να ενωθούν και οι μεμονωμένες καλλιέργειες να αποκτήσουν μαζικότητα, αλλά και να αξιοποιηθούν όλες οι σύγχρονες τεχνολογίες για καλύτερα προϊόντα σε πιο φτηνές τιμές παραγωγής. Αν αυτά δεν συμβούν, ο αγροτικός τομέας θα συνεχίσει να «φυτοζωεί» και οι Έλληνες αγρότες θα περιμένουν εργαζόμενους από τρίτες χώρες για να μαζέψουν τις σοδειές τους…

 

Περισσότερα
Advertisement

Ροή ειδήσεων

Advertisement

Αυτή την εβδομάδα