Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022
Connect with us

Άρθρα-Συνεργασίες

ΕΛΙΣΣΑΙΟΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ: Οι Έρωτες Μιας Ξανθιάς …και το ναυάγιο ενός καθεστώτος

Δημοσιεύθηκε

στις

 

Όταν μεγαλώνει κανείς και «ωριμάζει», οι υποχρεώσεις, οι σταθμίσεις, οι ανάγκες και οι υπολογισμοί, παίζουν τον πρώτο και βασικό ρόλο στον τρόπο που σκέφτεται, λειτουργεί και στις αποφάσεις που λαμβάνει. Αυτό που χαρακτηρίζει τη νεότητα, είναι ότι δεν αφήνει όλους αυτούς τους μίζερους υπολογισμούς, τα γεγονότα και τις μπακαλίστικες προσθαφαιρέσεις να στριμώξουν τη φαντασία της, να πνίξουν τα όνειρά της, να αφυδατώσουν τις επιθυμίες  και τα σχέδιά της. Αυτά πραγματεύεται η θρυλική ταινία του Μίλος Φόρμαν «Οι Έρωτες Μιας Ξανθιάς»(1965) της οποίας η επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες προβάλλεται στις αίθουσες. Η ταινία ήταν υποψήφια για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας και μία από τις εμβληματικές ταινίες του τσεχοσλοβακικού νέου κύματος.

Βρισκόμαστε στην Τσεχοσλοβακία της δεκαετίας του ’60, ο κομμουνισμός καλά κρατεί αλλά η σοσιαλιστική παραγωγή όπως το συνήθιζε, έχει τα κακά της χάλια. Οι γυναίκες στην μικρή βιομηχανική πόλη είναι 6πλάσιες από τους άνδρες. Ο καλός θεούλης, καλός θεούλης για την εποχή και την περιοχή, είναι το κόμμα και οι επί γης αντιπρόσωποί του, οι τοπικοί γραμματείς και φαρισαίοι, που όλα τα βλέπουν, όλα τα ξέρουν και όλα τα φροντίζουν. Αποφασίζουν, λοιπόν, αυτοί που ξέρουν το καλό του λαού,  να διοργανώσουν μια «μάζωξη», την λένε στην κομματική ορολογία, μετά μουσικής, κοινώς ένα γλέντι, ένα πάρτι, με σκοπό να ερωτευθεί το πόπολο, να ανυψωθεί το πεσμένο ηθικό, να αναζωογονηθεί η έρπουσα libido και να συνέλθει η πάντα ασθμαίνουσα κρατική και σοσιαλιστική παραγωγή. 

Οι λαίμαργες και ονειροπόλες επαρχιώτισσες εισβάλουν στο πάρτι παρέα με την ξανθιά Αντούλα (Χάνα Μπρέχτσοβα). Το πάρτι είναι κακοστημένο, κακοοργανωμένο και μοιραία αποτυγχάνει οικτρά. Οι θαμώνες είναι μεσήλικες, παντρεμένοι και στερημένοι άνδρες και κάνουν το πάρτι έναν εφιάλτη για τα κορίτσια. Η ηρωίδα μας παρακάμπτοντας τον αρραβώνα της, μετά από το ερωτικό πρέσιγκ του πιανίστα, αναπτύσσει μια εφήμερη ερωτική σχέση μαζί του και ο μεν μουσικός δεν έδεσε και κόμπο το περιστατικό, αλλά για την Αντούλα η εφήμερη αυτή σχέση σήμαινε πολλά περισσότερα, μπορεί και τον δρόμο της στην αυτοπραγμάτωση και τη σχετική, σε εκείνο τον κόσμο, ελευθερία. Η ξανθιά ηρωίδα μας διαλύει τον αρραβώνα της και  φεύγει για την Πράγμα, με σκοπό να βρει τον μουσικό της, αλλά η άμοιρη πέφτει πάνω στους συντηρητικούς γονείς του «εξαφανισμένου ιππότη» και όλα σφίγγονται από τη μέγγενη του απραγματοποίητου, της απογοήτευσης και της ματαίωσης.

«Οι Έρωτες Μιας Ξανθιάς», είναι μια ταινία που βυθίζεται τρυφερά, με κατανόηση και συμπάθεια στις δυσκολίες της νιότης και τα όνειρα της χωρίς να κρίνει και να επικρίνει. Ο Φόρμαν ψηλαφεί τις ανησυχίες και τις αγωνίες των νέων ανθρώπων με κατανόηση και ενσυναίσθηση, με τρυφερότητα και αγάπη, όπως η κάμερα του, χαϊδεύει τα γυμνά νεανικά κορμιά των ερωτευμένων. Ακόμα και τους παραιτημένους  ηλικιωμένους  ανθρώπους τους αντιμετωπίζει στην ταινία του με συγκατάβαση, λύπη και κατανόηση. Ο δημιουργός εκεί που απελευθερώνει την οξύτητα και αφήνει τις αιχμές του είναι  μόνο όταν πρόκειται να τρυπήσει με το χιούμορ του το δυσκίνητο, αναίσθητο και δύσμορφο ολοκληρωτικό καθεστώς, όσο αυτό του επιτρεπόταν βέβαια στα ασφυκτικά πλαίσια του. 

Ο σκηνοθέτης ξέρει, ότι οι νέοι χωρίς να έχουν πλήρη γνώση όλων των δεδομένων σκαλίζουν το πρόσωπο της ευτυχίας, χωρίς να γνωρίζουν όλες τις παραμέτρους φτιάχνουν το πλαίσιο μιας ολόκληρης ζωής. Όμως όπως έγραφε ο Ζαν Κοκτώ, «Οι νέοι ξέρουν τι δεν θέλουν πριν να ξέρουν τι θέλουν» και «δουλειά» τους είναι σιγά, σιγά να τα ανακαλύψουν, χωρίς πίεση, χωρίς καταναγκασμούς και χωρίς βάναυσες απαγορεύσεις. 

Αλλά ο Φόρμαν αυτά τα είπε σαφέστερα στη συνέχεια του έργου του και όταν κλήθηκε να αιτιολογήσει τις αποφάσεις του και τις σκέψεις του για τον ολοκληρωτισμό, «Όταν μου ζήτησαν να σκηνοθετήσω το “Στη Φωλιά του Κούκου”, οι φίλοι μου με προειδοποίησαν να μην το τολμήσω. Η ιστορία ήταν τόσο Αμερικάνικη, υποστήριξαν. Και ένας μετανάστης που μόλις είχα φτάσει στη χώρα, δεν θα μπορούσα να την αφηγηθώ. Έμειναν έκπληκτοι όταν τους εξήγησα γιατί ήθελα να κάνω την ταινία. Για μένα δεν ήταν απλά λογοτεχνία αλλά αληθινή ζωή. Η ζωή που έζησα στην Τσεχοσλοβακία από τη γέννησή μου το 1932 μέχρι και το 1968. Το κομμουνιστικό κόμμα ήταν η δική μου Νοσοκόμα Ράτσετ, που μου έλεγε τι μπορώ και τι δεν μπορώ να κάνω, τι ήμουν και τι δεν επιτρεπόταν να πω, πού ήμουν και πού δεν μου επέτρεπαν να πάω. Ακόμη και το ποιος είμαι ή δεν είμαι».

Άρθρα-Συνεργασίες

ΕΛΙΣΣΑΙΟΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ: Αίας

…ένας ήρωας στην άκρη της εποχής του …μα πρέπει ή με τιμή να ζει ένας άντρας ή να πεθαίνει με τιμή. Αυτό είναι.

Δημοσιεύθηκε

στις

 

Βρισκόμαστε στο δέκατο χρόνο του πολέμου στο Ίλιον. Ο Αχιλλέας έχει πέσει νεκρός και τα όπλα του ήρωα απονέμονται στον Οδυσσέα. Η εποχή των γενναίων στη μάχη και των παλληκαριών στον πόλεμο τελειώνει. Έφτασε η εποχή των μυαλωμένων, των πονηρών, των λαοπλάνων και των καταφερτζήδων. Πήγε ο Αίας, το πρώτο παλληκάρι μετά τον Αχιλλέα, στην «κρίσιν των όπλων» για να διεκδικήσει τα όπλα του μεγάλου πολέμαρχου, αυτά που δικαιωματικά του ανήκαν και έλαβε την ντροπή και την ταπείνωση. 

Όταν η Ελένη δείχνει στον Πρίαμο από τα τείχη της Τροίας τους οπλαρχηγούς των Ελλήνων, για τον Αίαντα λέει, «Ο Αίας είναι ο σαραντάπηχος των Αχαιών ο πύργος».

 

Ο Αίας, κατησχυμένος από τη μεροληπτική απονομή των όπλων του Αχιλλέα στον Οδυσσέα, αποφασίζει να εκδικηθεί. Ο ήρωας δεν αντέχει την ταπείνωση, βρίσκει το κουράγιο και  τη γενναιότητα να τα βάλει με τους θεούς, τους πανίσχυρους Ατρείδες και τον παμπόνηρο Οδυσσέα, είχε το σθένος να τα βάλει με θεούς και δαίμονες, μόνος απέναντι σε όλους. Μόνος κι όταν θολωμένος λιάνιζε κοπάδια πιστεύοντας ότι θερίζει Ατρείδες, μόνος κι όταν συνήλθε από το σκοτίδιασμα που του άπλωσε η Αθηνά και συνειδητοποίησε αυτά που είχε πράξει, καταντροπιασμένος βρίσκεται απέναντι στο μεγάλο δίλημμα ή να συμβιβαστεί με τον εξευτελισμό και το παράλογο της ανατροπής των αξιών ή να ταξιδέψει μακριά απ’ όλα αυτά, δίνοντας τέλος στη ζωή του.

Την απόγνωση του Αίαντα, όταν συνήλθε από τον παροξυσμό, παρουσιάζει στη σκηνή η γυναίκα του η Τέκμησσα, η οποία περιγράφει την ταπείνωση και την απελπισία του σαραντάπηχου και πια εξαθλιωμένου από την ντροπή και ταπείνωση ήρωα.

 

Κι αμέσως σε γοερούς ξέσπασε θρήνους

που όμοιους ποτέ δεν είχα ακούσει ως τότε…

κι έτσι με δίχως στριγκές φωνές βαριαναστέναζε

πνιχτά, σαν να μουγκάνιζε ταύρος

 

Και συνεχίζει η Τέκμησσα, όσο ήταν άρρωστος ο Αίας υποφέραμε εμείς που τον βλέπαμε αλλά αυτός μες την τρέλα του χαιρόταν, μόλις όμως συνήλθε, δεν συναντηθήκαμε με καμιά λύτρωση, καμιά ανακούφιση, γιατί τώρα σπαράζουμε και για τη συντριβή του αλλά και για τον καινούργιο του πόνο, αυτόν  του εξευτελισμού και της εξαθλίωσης. Να πεθάνει θέλει ο ήρωας, να λυτρωθεί και μαζί του να πάρει τους αιτίους των δεινών του, τους Ατρείδες.

 

Ποίημα για ένα κόσμο που χάνεται, είναι ο Αίας, ποίημα για έναν ευαίσθητο, προδομένο, υπερήφανο, γενναίο, πληγωμένο άνθρωπο, που η παλληκαριά του, η ανδρεία του και η αξιοσύνη του, είναι απαραίτητα πια μόνο για να ξεπλύνει τη ντροπή, την ταπείνωση και τον εξευτελισμό με την αυτοκτονία, μην αντέχοντας την αδικία ούτε των θεών ούτε των ανθρώπων. Οι οιμωγές του,  ακολουθούνται από λόγια περήφανης υπαρξιακής αγωνίας, τα οποία διασχίζουν διαγώνια τ’ ανθρώπινα και φτάνουν μέχρι τα βάθη της απέραντης θλίψης, τις αιχμές της απόλυτης οργής και τα βάραθρα του λυτρωτικού  θανάτου.

 

Ο Αίας είναι σαν τα στοιχεία της φύσης, σαν τα δάση που καίμε, τα νερά που μολύνουμε, τα ποτάμια που μπαζώνουμε και οι γιαλοί που ρυπαίνουμε και εξαφανίζουμε. Είναι ο άνθρωπος εκείνος που προτιμά να αφανίσει και να αφανισθεί παρά να αρθρώσει τα αντίθετα από εκείνα που τον ορίζουν: έννοιες όπως τιμή, ντροπή, κλέος, έπαθλο.

Κι ενώ το πρώτο μέρος του έργου κατακλύζεται από την αγωνία για την τύχη του παλληκαριού, το δεύτερο μέρος πλημυρίζει με την αγωνία για την τύχη της σορού του. Οι Ατρείδες δεν αρκούνται ότι  σκότωσαν με τη στάση τους έναν αγνό ήρωα, αλλά δεν θέλουν να τον αφήσουν να ταφεί και ορίζουν να αφεθεί το άψυχο κορμί του Αίαντα στην ακροθαλασσιά να τον φάνε τα θαλασσοπούλια, να τον καταπιεί η αρμύρα και να τον κατασπαράξει των ανθρώπων η λήθη. 

Παρεμβαίνει ο Οδυσσέας ο οποίος είτε γιατί είναι λογικός, είτε γιατί φοβάται, από αυτά που βλέπει για τις βουλές και τις στροφές  της μοίρας, ζητά να ταφεί ο Αίας όπως του αρμόζει. Ύβριν  διαπράττουν ο Μενέλαος  και ο Αγαμέμνων γιατί απαγορεύουν την ταφή του ήρωα. Ο Αίας αναζητεί το εύ τεθνηκέναι για το πόθο της αρετής και γιατί αρνείται των Ατρειδών το βάναυσο κατεστημένο. Ο Αίας ένας ήρωας που ανέβηκε στο άρμα της μοναξιάς και δεν κατέβηκε παρά μόνο για να βυθίσει στα πλευρά του το σπαθί που θα τον λυτρώσει από τον πόνο της ντροπής. Μόνος ήταν ο ήρωας, όταν έλεγε στον πατέρα του ότι δεν έχει ανάγκη την προστασία των θεών για να πολεμήσει γενναία, μόνος όταν παραμέρισε την Αθηνά και την προέτρεψε να πάει αλλού, άλλους Αχαιούς για να συνδράμει, γιατί ανδρείος όπως ήταν, δεν είχε ανάγκη τη θεϊκή επικουρία, μόνος ήταν κι απέναντι στον θάνατο, σαν ήλιος ολόφωτος, σαν βουνό πανύψηλο, σαν αμόλυντος ουρανός.  

Ο σκηνοθέτης Αργύρης Ξάφης σημειώνει, «η θεατρική διαδικασία είναι μεν μια επίπονη –προσωπικά- διαδικασία (αφού απαιτεί να σκάψεις σε πολύ δικές σου περιοχές για να υπάρχεις» που όμως ζει και αναπτύσσεται μέσα σε ένα προστατευτικό, τρυφερό, με ενσυναίσθηση και φροντίδα προς τον άλλο, περιβάλλον. Οι παραστάσεις πρέπει να οδηγούν τον θεατή προς το όριό του, ώστε να συνειδητοποιήσει την πλάνη στην οποία βρίσκεται και να συγκινηθεί, να κινηθεί με τους άλλους θεατές προς το να την ανατρέψει και βγει από αυτήν».

Στην «παγωμένη»  παράσταση του Αργύρη Ξάφη ρυθμιστικό και καθοριστικό ρόλο παίζει η  απόφαση του σκηνοθέτη να απεικονίσει το δεύτερο μέρος του έργου πρώτα και να ολοκληρώσει την παράσταση με το πρώτο. Πόσο δημιουργικά μπορεί να λειτουργήσει  μια τόσο σημαντική παρέμβαση σε ένα έργο πλήρες, ολοκληρωμένο και συμπαγές; Συνιστά ολοκληρωμένη σύλληψη και πρόταση μια τόσο δραματική απόφαση και επέμβαση στην πρώτο από τα σωζόμενα έργα του Σοφοκλή; Υπάρχουν αρκετά ευρήματα στην παράσταση που έχουν ενδιαφέρον, αλλά τα πάντα μετριούνται, ζυγίζονται και ορίζονται από την καθοριστική αυτή σύλληψη.

Μέσα στην ασάφεια του εγχειρήματος, ο χορός χάνει το ρόλο και την καθαρότητά του, κάποιες φορές χάνονται και ολόκληρα κομμάτια μέσα στην αναμπουμπούλα την ακαταστασία  και τον βόμβο. Τα σκηνικά της Μαρίας Πανουργιά χαρακτηρίζονται από το τολ το οποίο πότε γινόταν στρατιωτική σκηνή, πότε το χασάπικο στο οποίο στοίβαζε τα σφάγια του ο αλλοπαρμένος Αίας και πότε η σκηνή του σαλεμένου ήρωα, ο νάιλον μουσαμάς του όμως, πάνω στη σκηνή φθήνυνε την ιδέα και εξαΰλωνε το εύρημα. 

Η Εύη Σαουλίδου ως Τέκμησσα,  κατορθώνει να ξεχωρίσει μέσα από την αταξία και την ασυναρτησία του χορού και να αρθρώσει με διαύγεια τον σπαραγμό της για τον αγαπημένο της Αίαντα και για την σκληρή ζωή που περιμένει αυτήν και τον γιο της. Ο Γιάννης Νταλιάννης ως Μενέλαος και ο Αγαμέμνονας του Νίκου Χατζόπουλου καταφέρνουν να σκιαγραφήσουν δυο κυνικούς ηγεμόνες βυθισμένους στον φθόνο, το μίσος και την ποταπότητα. Ο Δημήτρης Ήμελλος ανασύρει την σκωπτική πλευρά του Οδυσσέα και ακροπατώντας ανάμεσα στην ανηθικότητα, τον ωφελιμισμό και την πανουργία, περνά στην απέναντι πλευρά, προτείνοντας ένα κόσμο συμβιβασμών, υπολογισμών και κάποιου τύπου αναγκαίας συνεννόησης και μίνιμουμ συναντίληψης. Ο Χρίστος Στυλιανού, μεταφέρει τον πόνο και την απελπισία του απελπισμένου αδελφού, με ευκρίνεια και ένταση. Η Αθηνά της Δέσποινας Κούρτη μοιάζει με καλικάτζαρο που βάλθηκε να τρελάνει με τα τερτίπια της τους πάντες γύρω της, εναρμονισμένη μόνο με τους στόχους και τις επιθυμίες του αγαπημένου της Οδυσσέα.

Ο Αίας περιγράφεται από τον Σοφοκλή σαν γίγαντας ευρύστερνος και μεις τον φανταζόμαστε ανάλογα, να γεμίζει τον χώρο με το μέγεθος του και την αντρειοσύνη του, με την κορμοστασιά του και την αξιοσύνη του, ο Στάθης Σταμουλακάτος παλεύει με το μέγεθος του ήρωα, η πρώτη εμφάνισή του είναι εντυπωσιακή, κάτω από τους φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου, αλλά όσο περνά η παράσταση μειώνεται, χάνεται, σβήνει και δεν τον σώζει το εντυπωσιακό σάλτο όταν ρίχνεται στο όρθιο σπαθί του, τον θάνατο και τον αφανισμό. 

Εν κατακλείδι στην παράσταση  της Επιδαύρου, υπήρχαν ενδιαφέροντα ευρήματα, όμορφες στιγμές που δεν συναντήθηκαν με μια ολοκληρωμένη σκηνοθετική πρόταση και τα καλά στοιχεία της παράστασης, αλώθηκαν από τις άτυχες επιλογές και τις ανολοκλήρωτες επινοήσεις  αδικώντας την προσπάθεια. Αλλά και το ίδιο το έργο επιβεβαιώνει και τα λόγια του Βολταίρου και την εντυπωσιακή αυτοκτονία του Αίαντα. 

«Θ’ αφήσουμε αυτόν τον κόσμο ακριβώς έτσι όπως τον βρήκαμε: ανόητο, άδικο και κακό». 

 

Περισσότερα

Άρθρα-Συνεργασίες

Ο Έκο έπεσε έξω, οι εκλογές πλησιάζουν

Δημοσιεύθηκε

στις

ΤOY ΔΙΟΝΥΣΗ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΥ

Ήταν Σεπτέμβριος του 1990 όταν ο Ουμπέρτο Έκο έγραψε στην «Espresso» το περίφημο άρθρο του με τίτλο: «Δεν υπάρχουν ειδήσεις τον Αύγουστο».

Βέβαια, όταν ο αείμνηστος κορυφαίος Ιταλός σημειολόγος και φιλόσοφος προέβη στην προαναφερόμενη επισήμανση μάλλον είχε δίκιο, αν και στην πραγματικότητα δεν εννοούσε αυτό που μετέπειτα τού χρέωσαν.
Απομονωμένος κάπου στα νησιά Φίτζι, μακριά από ανούσια νέα, μηδαμινής χρησιμότητας και αξίας, ο Ουμπέρτο Έκο τόνιζε ότι η ποιότητα, η αξία και η εγκυρότητα της ενημέρωσης για τον αναγνώστη μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν η δημοσιογραφία αποκοπεί από τον λώρο της ματαιοδοξίας της και επικεντρωθεί στις πραγματικές ειδήσεις.
Εκείνα τα χρόνια, που δεν υπήρχε το διαδίκτυο, ο Έκο είχε ως μοναδικό μέσο για την ενημέρωση του ένα τετρασέλιδο εφημεριδάκι. Απ’ αυτό διάβαζε τα νέα από τον Πόλεμο του Κόλπου, όπως ακριβώς τα προσδιορίζει η έννοια της είδησης. Τουτέστιν, νέα μεστά και ουσιαστικά.
Τότε, λοιπόν, ο Έκο συνειδητοποίησε ότι τον Αύγουστο (μήνας διακοπών για τους περισσότερους) τα μέσα ενημέρωσης γέμιζαν με ανούσιες «ειδήσεις». Αλλά και γενικότερα τροφοδοτούσαν το κοινό τους με άχρηστες πληροφορίες, καθώς οι σελίδες των εφημερίδων έπρεπε να γεμίσουν και τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων να καλύψουν τον προβλεπόμενο χρόνο τους.
Υπό το πρίσμα αυτό, ήταν σωστή εκείνη η προσέγγιση του Έκο, δεδομένου ότι και ο ίδιος ζούσε σε μια (όπως εκ των υστέρων αποδεικνύεται) αθώα εποχή.
Πράγματι, η Ελλάδα και κατ’ επέκταση η Ευρώπη, τέτοιες μέρες παραδίδονταν στη θερινή ραστώνη, καθώς οι διακοπές για πολλούς ήταν δεδομένες. Πώς να προέκυπταν κυριολεκτικά ειδήσεις όταν τα πάντα «νέκρωναν» και ο κόσμος την έβγαζε στις παραλίες;
Ήταν κι αυτή μια από τις πολλές κατακτήσεις σε κοινωνικό επίπεδο, μεταπολεμικά, της γηραιάς ηπείρου. Όπως μια εξίσου μεγάλη κατάκτηση ήταν και η αίσθηση ελευθερίας και ασφάλειας που απολάμβαναν οι λαοί της, κυρίως αυτοί της δυτικής Ευρώπης.
Δυστυχώς, ζούμε πλέον σε μια ταραγμένη εποχή που παράγει κυριολεκτικώς ειδήσεις, πολλές ειδήσεις, πρωτίστως θλιβερές, ακόμη και τον Αύγουστο. Στο πολιτικό επίπεδο, οι χθεσινές εξελίξεις έρχονται με τη σειρά τους να διαψεύσουν τον Ουμπέρτο Έκο, ενώ οδηγούν αναπόφευκτα στην πρόωρη προσφυγή στις κάλπες.
Και να σκεφτεί κανείς ότι ο τρέχων Αύγουστος είναι πολύ πιο ήρεμος και ήπιος σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, κυρίως με τον αντίστοιχο του 2015, τότε που αγγίξαμε τον απόλυτο εφιάλτη.

 

Περισσότερα

Άρθρα-Συνεργασίες

ΑΠΟΨΗ: Θυελλώδεις άνεμοι τον Αύγουστο για την κυβέρνηση

Δημοσιεύθηκε

στις

 

 

Να λοιπόν που επιβεβαιώνεται για ακόμα μία φορά ότι στην πολιτική οι εξελίξεις δεν είναι πάντοτε «ευθύγραμμες» και κανένας δεν μπορεί να προβλέψει τι μπορεί να φέρει η επόμενη μέρα.

Οι παραιτήσεις χθες του ΓΓ του πρωθυπουργού και πολύ στενού συνεργάτη του, όπως και του διοικητή της ΕΥΠ, έχουν ήδη εκτοξεύσει τη θερμοκρασία στο πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας και όλοι μπορούν να καταλάβουν ότι θα υπάρξουν εξελίξεις. Μόνο που κανένας δεν μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς ακόμα τι είδους εξελίξεις θα είναι αυτές. Οπότε, υπομονή…

Το μόνο βέβαιο όμως είναι ότι η κυβέρνηση βρίσκεται ήδη στη δίνη μίας πολύ σοβαρής κρίσης εν μέσω θέρους, κάτι που προφανώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης γνωρίζει, πολύ προτού γίνουν γνωστές οι παραιτήσεις και αρχίσει να ξεδιπλώνεται δημόσια μία ιστορία που σίγουρα, θα απαιτήσει πολλές εξηγήσεις και διευκρινίσεις, αλλά και πολλές κινήσεις στην πολιτική σκακιέρα.

Αυτή τη στιγμή, αυτό που φαίνεται είναι πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όπως μας έχει συνηθίσει, δεν επέτρεψε να «σέρνεται πίσω από τις εξελίξεις», αλλά με αποφασιστικότητα θέλησε να αναλάβει πρωτοβουλίες και να έχει αυτός τον «πρώτο λόγο». Μόνο που το «σφυροκόπημα» που θα δεχτεί πλέον από την αντιπολίτευση θα είναι μεγάλο και τα περιθώρια κινήσεων μάλλον λιγοστεύουν, δεδομένου πως ακόμα και αν αποφασίσει να πάει σε εκλογές μέσα στο φθινόπωρο, τότε θα κατηγορηθεί για προσπάθεια «απόδρασης».

Εν πάση περιπτώσει όμως, όπως ήδη γράψαμε, καλό είναι να μην προτρέχει κανείς και να περιμένουμε τις εξελίξεις. Προς το παρόν, η εικόνα δείχνει μόνο… θυελλώδεις ανέμους.

Περισσότερα
Advertisement

Ροή ειδήσεων

Advertisement

Αυτή την εβδομάδα