Τετάρτη 10 Αυγούστου 2022
Connect with us

Άρθρα-Συνεργασίες

ΕΛΙΣΣΑΙΟΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ: Βαγόνι Αριθμός 6- Ένα ταξίδι στις παγωμένες πεδιάδες της μοναξιάς 

Δημοσιεύθηκε

στις

 

Όταν είναι κανείς μόνος η μοναξιά υπομένεται, όταν βρίσκεται μαζί με άλλους, είναι αβάσταχτη. Γιατί όταν είναι κανείς μόνος ανάμεσα στο πλήθος  μοιάζει ο τόπος με μια ατέλειωτη έρημο, ενώ η απομόνωση μοιάζει με νησάκι ονειρικό. Για τους ανθρώπους που ξέρουν να μεταμορφώνουν τα πράγματα, η μοναξιά  ποτέ δεν ήταν κατάσταση, πάντα είναι  τόπος θυσίας,  λατρείας, εξαγνισμού και εκούσιας απώλειας των χαμένων στιγμών.

Ο σκηνοθέτης Γιούχο Κουοσμάνεν («Η Πιο Ευτυχισμένη Μέρα στη Ζωή του Ολλι Μάκι») επιβιβάζει στο «Βαγόνι αριθμός 6» τη Φινλανδή φοιτήτρια αρχαιολογίας η οποία έχει σκοπό να ταξιδέψει και να μελετήσει εκ του σύνεγγυς  τα πετρογλυφικά Kanozero κοντά στην πόλη του Μουρμάνσκ. Η ερωτευμένη Λάουρα, το ταξίδι σκοπεύει να το κάνει με τον πρόσφατο αναπάντεχο ερωτά της, την ελκυστική, γεμάτη αυτοπεποίθηση και κοσμοπολίτισσα Ιρένε. Όταν όμως η Ιρένε εγκαταλείπει μόνη τη συνεσταλμένη Λάουρα στο Βαγόνι με τον αριθμό 6, με σκοπό να την ξεφορτωθεί, η μοναξιά και η απογοήτευση καταβάλουν τη χαμηλότονη φοιτήτρια. Η παρουσία του μέθυσου Ρώσου μεταλλωρύχου στο ίδιο βαγόνι κάνει το ταξίδι στον αρκτικό κύκλο,  εφιάλτη και τη μοναξιά ανυπόφορη. 

Η ταινία βασίζεται στο μυθιστόρημα της Ρόζα Λίξομ με τον ίδιο τίτλο, το οποίο είχε πάρει στη Φινλανδία το Α’ Βραβείο Λογοτεχνίας. Η ταινία κέρδισε το Μέγα Βραβείο της Επιτροπής στο Διαγωνιστικό Πρόγραμμα του Φεστιβάλ Καννών, ήταν υποψήφια για τρία Βραβεία –Καλύτερης Ταινίας, Γυναικείας και Ανδρικής Ερμηνείας– στα European Film Awards, υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα Διεθνούς Ταινίας και η πρόταση της Φινλανδίας για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας. 

Ο σκηνοθέτης ρίχνει μέσα στο «κλουβί» του Βαγονιού με τον αριθμό 6 δύο πλάσματα αντίθετα, άγρια, επιθετικά, φοβισμένα και επικίνδυνα και περιμένει να δει πώς θα αντιδράσουν. Η αποπνικτική ατμόσφαιρα, η μπόχα, η αγένεια, η βρωμιά, καταλαμβάνουν τον μικρό χώρο του βαγονιού και δίνεται η αίσθηση ότι οι επιβάτες θα σβήσουν μέσα σε αυτή την παχύρευστη αγριάδα, την πνιγηρή σκληρότητα και την αφόρητη τραχύτητα. 

Το ταξίδι είναι μεγάλο. Το τρένο διασχίζει το παγωμένο τοπίο με τους μολυβένιους ουρανούς και τις χιονισμένες εκτάσεις  κουβαλώντας τις μοναχικές, ξυλιασμένες υπάρξεις. Η κάμερα μέσα στο μικρό βαγόνι πλησιάζει, σχεδόν στριμώχνει τους δυο μοναχικούς μας επιβάτες και σαν άλλος μποξέρ δεν τους αφήνει να πάρουν ανάσα. Η Σέιντι Χάρλα, ως Λάουρα, ευαίσθητη, εύθραυστη, πληγωμένη και ταλαιπωρημένη προσπαθεί να ανασάνει, να εισπνεύσει μια σταλιά αέρα αυτοπεποίθησης και δεν τον βρίσκει πουθενά και ποτέ. Ο Γιούρι Μπόρισοφ ως Λιόχα κατακλύζει με την αγένεια, τη δυσοσμία, την απλυσιά και την πληθωρική αυτάρκεια το βαγόνι με τον αριθμό 6, δεν αφήνει χώρο ούτε για την τρομαγμένη Λάουρα, αλλά ούτε καν για τον ίδιο τον εαυτό του και τα λίγα καλά ευγενή κομμάτια του που κι αυτά ασφυκτιούν μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα της βότκας και του οινοπνεύματος, της δυστροπίας  και της εγκατάλειψης. Όπως έγραφε ο Άγγλος ιστορικός Edward Gibbon «Το τέλος έρχεται όταν σταματήσουμε να μιλάμε στον εαυτό μας. Είναι το τέλος της πραγματικής σκέψης και η απαρχή της τελικής μοναξιάς».

Αλλά τα μεγάλα, τα ωραία και ενδιαφέροντα ταξίδια γίνονται μέσα μας, οι άνθρωποι καλό είναι να μην ταξιδεύουν για να πάνε ντε και καλά  κάπου, καλό είναι να ταξιδεύουν χάριν της κίνησης, της εναλλαγής και της γοητείας του ίδιου του ταξιδιού. Πολλές φορές οι μεγάλες παρέες δεν κάνουν καλό ταξίδι, φέρονται και λειτουργούν ως αφόρητοι τουρίστες. Οι μοναχικοί άνθρωποι είναι οι καλύτεροι και πιο γοητευτικοί  ταξιδιώτες κι έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να βρουν σε ένα ταξίδι αυτά που πραγματικά αναζητούν, παρά οι μεγάλες παρέες που χάνεται ο σκοπός μέσα στην οχλαγωγία, την ευκολία και  το χάχανο.

Οι ήρωες του Βαγονιού είναι δυο πλάσματα δυστυχισμένα τα οποία επειδή δεν μπορούν να επικοινωνήσουν, επειδή φοβούνται να δείξουν τα συναισθήματά τους, προσπαθούν πότε εσκεμμένα,  πότε αθέλητα, να πονέσουν ο ένας τον άλλον. Οι μεγαλύτερες πληγές των ανθρώπων κακοφορμίζουν όταν ο ένας δεν μπορεί ή δεν θέλει ή δεν ξέρει τον τρόπο να εκφράσει αυτό που είναι, στον «συνταξιδιώτη» του.  Γι αυτό «συνταξιδιώτες» μου προσοχή, γιατί όπως έγραφε ο Τάκης Σινόπουλος ο ποιητής μας «Κάθε καινούργιος έρωτας σου δίνει ένα άλλο πρόσωπο σε φέρνει ν’ αντιμετωπίσεις ακόμη μια φορά τη μοναξιά σου. Όταν ο έρωτας φύγει, το κενό θυμίζει χώρο εγκλήματος».

 

Άρθρα-Συνεργασίες

ΑΠΟΨΗ: Παραδοχή και προμήνυμα ραγδαίων εξελίξεων

Δημοσιεύθηκε

στις

 

 

Με μια δήλωση που δεν επιδέχεται διαστρεβλώσεων και παρερμηνειών, ο πρωθυπουργός αποσαφήνισε ότι δεν γνώριζε πως η ΕΥΠ παρακολουθούσε το κινητό τηλέφωνο του Νίκου Ανδρουλάκη, επισημαίνοντας ότι αν είχε ενημερωθεί σχετικά δεν θα το επέτρεπε.

Αναγνωρίζοντας ότι επρόκειτο λάθος που δεν έπρεπε να συμβεί, εξήγγειλε μια σειρά αλλαγών, που στοχεύουν στη διαφάνεια ως προς τη δράση των μυστικών υπηρεσιών μας χωρίς, προφανώς, να εμποδίζουν την αποστολή τους. Κι αυτό είναι πλέον το πρώτιστο ζητούμενο.

Ωστόσο, παράλληλα είναι απαραίτητο να διαφυλαχθεί το κύρος της ΕΥΠ, η οποία στο παρελθόν (ως ΚΥΠ) είχε ταυτιστεί στη συλλογική συνείδηση με τον βραχίονα παρακρατικών μεθοδεύσεων και δράσεων. Διότι, αναμφίβολα, η αποκάλυψη για την παρακολούθηση του κινητού του προέδρου του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ προκάλεσε σε πολίτες ανάλογους συνειρμούς.

Όμως, η Ελλάδα του 2022 δεν είναι η προδικτατορική Ελλάδα. Είναι μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, αντιμέτωπη με πολλές προκλήσεις, μία εκ των οποίων ξεκινάει από σήμερα με τον απόπλου του τουρκικού γεωτρύπανου.

Υπό αυτές τις συνθήκες, εκτός από την αδήριτη αναγκαιότητα για τη διαφύλαξη του κύρους της, ας συνειδητοποιήσουμε ότι ο ρόλος της ΕΥΠ είναι κρίσιμος και καθοριστικός για την εθνική ασφάλεια.

Επομένως, η επιπλέον θωράκιση της, οι αλλαγές στη δομή της και η προσαρμογή της σε ένα πιο αποτελεσματικό μοντέλο λειτουργίας είναι εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέσεις για την ενίσχυση της αποστολής της, όπως επεσήμανε κατηγορηματικά και ο πρωθυπουργός, προτείνοντας τέσσερα πεδία για αλλαγές.

Οι νόμιμες επισυνδέσεις είναι μέρος της δουλειάς της, αλλά όχι για την παρακολούθηση πολιτικών προσώπων και πολιτών, που δεν υπονομεύουν τη χώρα.

«Ανορθογραφία», λοιπόν, μια «μουντζούρα» στο σημαντικό έργο της αυτό που συνέβη; Ας το δεχθούμε, ας το ερμηνεύσουμε έτσι.

Όμως, επιβάλλεται να μην επαναληφθεί στο μέλλον, εάν θέλουμε να αποκτήσουμε ακόμη πιο στέρεους και ανθεκτικούς στον χρόνο δημοκρατικούς θεσμούς, όπως  κατέστησε σαφές ο πρωθυπουργός, αναλαμβάνοντας εμπράκτως με τα όσα έπραξε και είπε την ευθύνη.

Κατά τα λοιπά, αποδεχόμενη το σχετικό αίτημα του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, η κυβέρνηση αποφάσισε το πρόωρο άνοιγμα της Βουλής, που συνιστά προπομπό ραγδαίων εξελίξεων στο πολιτικό σκηνικό.

Διότι, κατόπιν όλων αυτών, ποιος πλέον μπορεί να αποκλείσει και το ενδεχόμενο της πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, ακόμη και μέσα στο φθινόπωρο; Ούτως ή άλλως, ο πολύ δύσκολος χειμώνας που έρχεται «δεν βγαίνει» για την κυβέρνηση…

 

Περισσότερα

Άρθρα-Συνεργασίες

ΕΛΙΣΣΑΙΟΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ: Αίας

…ένας ήρωας στην άκρη της εποχής του …μα πρέπει ή με τιμή να ζει ένας άντρας ή να πεθαίνει με τιμή. Αυτό είναι.

Δημοσιεύθηκε

στις

 

Βρισκόμαστε στο δέκατο χρόνο του πολέμου στο Ίλιον. Ο Αχιλλέας έχει πέσει νεκρός και τα όπλα του ήρωα απονέμονται στον Οδυσσέα. Η εποχή των γενναίων στη μάχη και των παλληκαριών στον πόλεμο τελειώνει. Έφτασε η εποχή των μυαλωμένων, των πονηρών, των λαοπλάνων και των καταφερτζήδων. Πήγε ο Αίας, το πρώτο παλληκάρι μετά τον Αχιλλέα, στην «κρίσιν των όπλων» για να διεκδικήσει τα όπλα του μεγάλου πολέμαρχου, αυτά που δικαιωματικά του ανήκαν και έλαβε την ντροπή και την ταπείνωση. 

Όταν η Ελένη δείχνει στον Πρίαμο από τα τείχη της Τροίας τους οπλαρχηγούς των Ελλήνων, για τον Αίαντα λέει, «Ο Αίας είναι ο σαραντάπηχος των Αχαιών ο πύργος».

 

Ο Αίας, κατησχυμένος από τη μεροληπτική απονομή των όπλων του Αχιλλέα στον Οδυσσέα, αποφασίζει να εκδικηθεί. Ο ήρωας δεν αντέχει την ταπείνωση, βρίσκει το κουράγιο και  τη γενναιότητα να τα βάλει με τους θεούς, τους πανίσχυρους Ατρείδες και τον παμπόνηρο Οδυσσέα, είχε το σθένος να τα βάλει με θεούς και δαίμονες, μόνος απέναντι σε όλους. Μόνος κι όταν θολωμένος λιάνιζε κοπάδια πιστεύοντας ότι θερίζει Ατρείδες, μόνος κι όταν συνήλθε από το σκοτίδιασμα που του άπλωσε η Αθηνά και συνειδητοποίησε αυτά που είχε πράξει, καταντροπιασμένος βρίσκεται απέναντι στο μεγάλο δίλημμα ή να συμβιβαστεί με τον εξευτελισμό και το παράλογο της ανατροπής των αξιών ή να ταξιδέψει μακριά απ’ όλα αυτά, δίνοντας τέλος στη ζωή του.

Την απόγνωση του Αίαντα, όταν συνήλθε από τον παροξυσμό, παρουσιάζει στη σκηνή η γυναίκα του η Τέκμησσα, η οποία περιγράφει την ταπείνωση και την απελπισία του σαραντάπηχου και πια εξαθλιωμένου από την ντροπή και ταπείνωση ήρωα.

 

Κι αμέσως σε γοερούς ξέσπασε θρήνους

που όμοιους ποτέ δεν είχα ακούσει ως τότε…

κι έτσι με δίχως στριγκές φωνές βαριαναστέναζε

πνιχτά, σαν να μουγκάνιζε ταύρος

 

Και συνεχίζει η Τέκμησσα, όσο ήταν άρρωστος ο Αίας υποφέραμε εμείς που τον βλέπαμε αλλά αυτός μες την τρέλα του χαιρόταν, μόλις όμως συνήλθε, δεν συναντηθήκαμε με καμιά λύτρωση, καμιά ανακούφιση, γιατί τώρα σπαράζουμε και για τη συντριβή του αλλά και για τον καινούργιο του πόνο, αυτόν  του εξευτελισμού και της εξαθλίωσης. Να πεθάνει θέλει ο ήρωας, να λυτρωθεί και μαζί του να πάρει τους αιτίους των δεινών του, τους Ατρείδες.

 

Ποίημα για ένα κόσμο που χάνεται, είναι ο Αίας, ποίημα για έναν ευαίσθητο, προδομένο, υπερήφανο, γενναίο, πληγωμένο άνθρωπο, που η παλληκαριά του, η ανδρεία του και η αξιοσύνη του, είναι απαραίτητα πια μόνο για να ξεπλύνει τη ντροπή, την ταπείνωση και τον εξευτελισμό με την αυτοκτονία, μην αντέχοντας την αδικία ούτε των θεών ούτε των ανθρώπων. Οι οιμωγές του,  ακολουθούνται από λόγια περήφανης υπαρξιακής αγωνίας, τα οποία διασχίζουν διαγώνια τ’ ανθρώπινα και φτάνουν μέχρι τα βάθη της απέραντης θλίψης, τις αιχμές της απόλυτης οργής και τα βάραθρα του λυτρωτικού  θανάτου.

 

Ο Αίας είναι σαν τα στοιχεία της φύσης, σαν τα δάση που καίμε, τα νερά που μολύνουμε, τα ποτάμια που μπαζώνουμε και οι γιαλοί που ρυπαίνουμε και εξαφανίζουμε. Είναι ο άνθρωπος εκείνος που προτιμά να αφανίσει και να αφανισθεί παρά να αρθρώσει τα αντίθετα από εκείνα που τον ορίζουν: έννοιες όπως τιμή, ντροπή, κλέος, έπαθλο.

Κι ενώ το πρώτο μέρος του έργου κατακλύζεται από την αγωνία για την τύχη του παλληκαριού, το δεύτερο μέρος πλημυρίζει με την αγωνία για την τύχη της σορού του. Οι Ατρείδες δεν αρκούνται ότι  σκότωσαν με τη στάση τους έναν αγνό ήρωα, αλλά δεν θέλουν να τον αφήσουν να ταφεί και ορίζουν να αφεθεί το άψυχο κορμί του Αίαντα στην ακροθαλασσιά να τον φάνε τα θαλασσοπούλια, να τον καταπιεί η αρμύρα και να τον κατασπαράξει των ανθρώπων η λήθη. 

Παρεμβαίνει ο Οδυσσέας ο οποίος είτε γιατί είναι λογικός, είτε γιατί φοβάται, από αυτά που βλέπει για τις βουλές και τις στροφές  της μοίρας, ζητά να ταφεί ο Αίας όπως του αρμόζει. Ύβριν  διαπράττουν ο Μενέλαος  και ο Αγαμέμνων γιατί απαγορεύουν την ταφή του ήρωα. Ο Αίας αναζητεί το εύ τεθνηκέναι για το πόθο της αρετής και γιατί αρνείται των Ατρειδών το βάναυσο κατεστημένο. Ο Αίας ένας ήρωας που ανέβηκε στο άρμα της μοναξιάς και δεν κατέβηκε παρά μόνο για να βυθίσει στα πλευρά του το σπαθί που θα τον λυτρώσει από τον πόνο της ντροπής. Μόνος ήταν ο ήρωας, όταν έλεγε στον πατέρα του ότι δεν έχει ανάγκη την προστασία των θεών για να πολεμήσει γενναία, μόνος όταν παραμέρισε την Αθηνά και την προέτρεψε να πάει αλλού, άλλους Αχαιούς για να συνδράμει, γιατί ανδρείος όπως ήταν, δεν είχε ανάγκη τη θεϊκή επικουρία, μόνος ήταν κι απέναντι στον θάνατο, σαν ήλιος ολόφωτος, σαν βουνό πανύψηλο, σαν αμόλυντος ουρανός.  

Ο σκηνοθέτης Αργύρης Ξάφης σημειώνει, «η θεατρική διαδικασία είναι μεν μια επίπονη –προσωπικά- διαδικασία (αφού απαιτεί να σκάψεις σε πολύ δικές σου περιοχές για να υπάρχεις» που όμως ζει και αναπτύσσεται μέσα σε ένα προστατευτικό, τρυφερό, με ενσυναίσθηση και φροντίδα προς τον άλλο, περιβάλλον. Οι παραστάσεις πρέπει να οδηγούν τον θεατή προς το όριό του, ώστε να συνειδητοποιήσει την πλάνη στην οποία βρίσκεται και να συγκινηθεί, να κινηθεί με τους άλλους θεατές προς το να την ανατρέψει και βγει από αυτήν».

Στην «παγωμένη»  παράσταση του Αργύρη Ξάφη ρυθμιστικό και καθοριστικό ρόλο παίζει η  απόφαση του σκηνοθέτη να απεικονίσει το δεύτερο μέρος του έργου πρώτα και να ολοκληρώσει την παράσταση με το πρώτο. Πόσο δημιουργικά μπορεί να λειτουργήσει  μια τόσο σημαντική παρέμβαση σε ένα έργο πλήρες, ολοκληρωμένο και συμπαγές; Συνιστά ολοκληρωμένη σύλληψη και πρόταση μια τόσο δραματική απόφαση και επέμβαση στην πρώτο από τα σωζόμενα έργα του Σοφοκλή; Υπάρχουν αρκετά ευρήματα στην παράσταση που έχουν ενδιαφέρον, αλλά τα πάντα μετριούνται, ζυγίζονται και ορίζονται από την καθοριστική αυτή σύλληψη.

Μέσα στην ασάφεια του εγχειρήματος, ο χορός χάνει το ρόλο και την καθαρότητά του, κάποιες φορές χάνονται και ολόκληρα κομμάτια μέσα στην αναμπουμπούλα την ακαταστασία  και τον βόμβο. Τα σκηνικά της Μαρίας Πανουργιά χαρακτηρίζονται από το τολ το οποίο πότε γινόταν στρατιωτική σκηνή, πότε το χασάπικο στο οποίο στοίβαζε τα σφάγια του ο αλλοπαρμένος Αίας και πότε η σκηνή του σαλεμένου ήρωα, ο νάιλον μουσαμάς του όμως, πάνω στη σκηνή φθήνυνε την ιδέα και εξαΰλωνε το εύρημα. 

Η Εύη Σαουλίδου ως Τέκμησσα,  κατορθώνει να ξεχωρίσει μέσα από την αταξία και την ασυναρτησία του χορού και να αρθρώσει με διαύγεια τον σπαραγμό της για τον αγαπημένο της Αίαντα και για την σκληρή ζωή που περιμένει αυτήν και τον γιο της. Ο Γιάννης Νταλιάννης ως Μενέλαος και ο Αγαμέμνονας του Νίκου Χατζόπουλου καταφέρνουν να σκιαγραφήσουν δυο κυνικούς ηγεμόνες βυθισμένους στον φθόνο, το μίσος και την ποταπότητα. Ο Δημήτρης Ήμελλος ανασύρει την σκωπτική πλευρά του Οδυσσέα και ακροπατώντας ανάμεσα στην ανηθικότητα, τον ωφελιμισμό και την πανουργία, περνά στην απέναντι πλευρά, προτείνοντας ένα κόσμο συμβιβασμών, υπολογισμών και κάποιου τύπου αναγκαίας συνεννόησης και μίνιμουμ συναντίληψης. Ο Χρίστος Στυλιανού, μεταφέρει τον πόνο και την απελπισία του απελπισμένου αδελφού, με ευκρίνεια και ένταση. Η Αθηνά της Δέσποινας Κούρτη μοιάζει με καλικάτζαρο που βάλθηκε να τρελάνει με τα τερτίπια της τους πάντες γύρω της, εναρμονισμένη μόνο με τους στόχους και τις επιθυμίες του αγαπημένου της Οδυσσέα.

Ο Αίας περιγράφεται από τον Σοφοκλή σαν γίγαντας ευρύστερνος και μεις τον φανταζόμαστε ανάλογα, να γεμίζει τον χώρο με το μέγεθος του και την αντρειοσύνη του, με την κορμοστασιά του και την αξιοσύνη του, ο Στάθης Σταμουλακάτος παλεύει με το μέγεθος του ήρωα, η πρώτη εμφάνισή του είναι εντυπωσιακή, κάτω από τους φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου, αλλά όσο περνά η παράσταση μειώνεται, χάνεται, σβήνει και δεν τον σώζει το εντυπωσιακό σάλτο όταν ρίχνεται στο όρθιο σπαθί του, τον θάνατο και τον αφανισμό. 

Εν κατακλείδι στην παράσταση  της Επιδαύρου, υπήρχαν ενδιαφέροντα ευρήματα, όμορφες στιγμές που δεν συναντήθηκαν με μια ολοκληρωμένη σκηνοθετική πρόταση και τα καλά στοιχεία της παράστασης, αλώθηκαν από τις άτυχες επιλογές και τις ανολοκλήρωτες επινοήσεις  αδικώντας την προσπάθεια. Αλλά και το ίδιο το έργο επιβεβαιώνει και τα λόγια του Βολταίρου και την εντυπωσιακή αυτοκτονία του Αίαντα. 

«Θ’ αφήσουμε αυτόν τον κόσμο ακριβώς έτσι όπως τον βρήκαμε: ανόητο, άδικο και κακό». 

 

Περισσότερα

Άρθρα-Συνεργασίες

Ο Έκο έπεσε έξω, οι εκλογές πλησιάζουν

Δημοσιεύθηκε

στις

ΤOY ΔΙΟΝΥΣΗ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΥ

Ήταν Σεπτέμβριος του 1990 όταν ο Ουμπέρτο Έκο έγραψε στην «Espresso» το περίφημο άρθρο του με τίτλο: «Δεν υπάρχουν ειδήσεις τον Αύγουστο».

Βέβαια, όταν ο αείμνηστος κορυφαίος Ιταλός σημειολόγος και φιλόσοφος προέβη στην προαναφερόμενη επισήμανση μάλλον είχε δίκιο, αν και στην πραγματικότητα δεν εννοούσε αυτό που μετέπειτα τού χρέωσαν.
Απομονωμένος κάπου στα νησιά Φίτζι, μακριά από ανούσια νέα, μηδαμινής χρησιμότητας και αξίας, ο Ουμπέρτο Έκο τόνιζε ότι η ποιότητα, η αξία και η εγκυρότητα της ενημέρωσης για τον αναγνώστη μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν η δημοσιογραφία αποκοπεί από τον λώρο της ματαιοδοξίας της και επικεντρωθεί στις πραγματικές ειδήσεις.
Εκείνα τα χρόνια, που δεν υπήρχε το διαδίκτυο, ο Έκο είχε ως μοναδικό μέσο για την ενημέρωση του ένα τετρασέλιδο εφημεριδάκι. Απ’ αυτό διάβαζε τα νέα από τον Πόλεμο του Κόλπου, όπως ακριβώς τα προσδιορίζει η έννοια της είδησης. Τουτέστιν, νέα μεστά και ουσιαστικά.
Τότε, λοιπόν, ο Έκο συνειδητοποίησε ότι τον Αύγουστο (μήνας διακοπών για τους περισσότερους) τα μέσα ενημέρωσης γέμιζαν με ανούσιες «ειδήσεις». Αλλά και γενικότερα τροφοδοτούσαν το κοινό τους με άχρηστες πληροφορίες, καθώς οι σελίδες των εφημερίδων έπρεπε να γεμίσουν και τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων να καλύψουν τον προβλεπόμενο χρόνο τους.
Υπό το πρίσμα αυτό, ήταν σωστή εκείνη η προσέγγιση του Έκο, δεδομένου ότι και ο ίδιος ζούσε σε μια (όπως εκ των υστέρων αποδεικνύεται) αθώα εποχή.
Πράγματι, η Ελλάδα και κατ’ επέκταση η Ευρώπη, τέτοιες μέρες παραδίδονταν στη θερινή ραστώνη, καθώς οι διακοπές για πολλούς ήταν δεδομένες. Πώς να προέκυπταν κυριολεκτικά ειδήσεις όταν τα πάντα «νέκρωναν» και ο κόσμος την έβγαζε στις παραλίες;
Ήταν κι αυτή μια από τις πολλές κατακτήσεις σε κοινωνικό επίπεδο, μεταπολεμικά, της γηραιάς ηπείρου. Όπως μια εξίσου μεγάλη κατάκτηση ήταν και η αίσθηση ελευθερίας και ασφάλειας που απολάμβαναν οι λαοί της, κυρίως αυτοί της δυτικής Ευρώπης.
Δυστυχώς, ζούμε πλέον σε μια ταραγμένη εποχή που παράγει κυριολεκτικώς ειδήσεις, πολλές ειδήσεις, πρωτίστως θλιβερές, ακόμη και τον Αύγουστο. Στο πολιτικό επίπεδο, οι χθεσινές εξελίξεις έρχονται με τη σειρά τους να διαψεύσουν τον Ουμπέρτο Έκο, ενώ οδηγούν αναπόφευκτα στην πρόωρη προσφυγή στις κάλπες.
Και να σκεφτεί κανείς ότι ο τρέχων Αύγουστος είναι πολύ πιο ήρεμος και ήπιος σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, κυρίως με τον αντίστοιχο του 2015, τότε που αγγίξαμε τον απόλυτο εφιάλτη.

 

Περισσότερα
Advertisement

Ροή ειδήσεων

Advertisement

Αυτή την εβδομάδα