Πέμπτη 29 Φεβρουαρίου 2024
Connect with us

Άρθρα-Συνεργασίες

Αντώνης Σκιαθάς: Ένα διήγημα για τον άνθρωπο Νίκο Δούρο

Δημοσιεύθηκε

στις

Τω Φίλω Νίκο Δούρο

 

Αγριεμένος ο τόπος. Παντού μπιγμένοι ξύλινοι σταυροί και γυναίκες στα μαύρα. Μοιρολογούσαν αδέρφια, άνδρες και παιδιά που χάθηκαν, άλλοι ντυμένοι στο χακί και άλλοι από αδέσποτες σφαίρες. Εκείνα τα χρόνια που οι άνθρωποι έγιναν θηρία και τα θηρία έγιναν άνθρωποι. Σπαρτάραγε ο εμφύλιος και η πατρίδα χωρισμένη στα δύο έψαχνε την αλήθεια της. Σκαρφαλωμένη στα βράχια της Αρκαδίας η Κοντοβάζαινα τού έσφιγγε θηλιά στο λαιμό όσα ήθελε να ζήσει. Το πήρε απόφαση να ξεριζωθεί από τον τόπο που λάτρεψε, που λάτρεψαν οι γεννήτορες του. Ήταν μόλις 12 χρονών. Φόρεσε το βαπτιστικό σταυρό του, να τον φυλάει ο Χριστός στα δύσκολα που θα έβρισκε, άναψε ένα κερί στην εκκλησία του χωριού, πήρε την ευχή των γονιών του και ξεκίνησε για τη μεγάλη πόλη της Πελοποννήσου. Τον φόρτωσε η μητέρα του σε μονόφθαλμο μουλάρι και έτσι έφτασε στο κοντινότερο σημείο που πέρναγε λεωφορείο για τον προορισμό του. Στην Πάτρα βρήκε κάτι μακροσυγγενείς που έραβαν φουστάνια για ανύπαντρες κοπέλες, κοντοβράκια για τα αγόρια που πήγαιναν σχολείο με την κουκουβάγια στο καπέλο και δερμάτινες τσάντες με λουριά στους ώμους. Εκεί στάλιασε αποδημητικό, που πρόωρα το βρήκε ο χειμώνας, στην οικοτεχνία ενδυμάτων των συγγενών του. Ήθελε να σπουδάσει στρατιωτικός ιατρός, αλλά το πολιτικό ιστορικό της οικογένειας δεν του το επέτρεψε. Γέμιζε δύο βαλίτσες με εμπόρευμα και ξεκίναγε το ταξίδι του στην απ’ εκεί ακτή. Μία βαλίτσα μετανάστευσης με πολλές εσωτερικές θήκες κράταγε σε κάθε χέρι του ο δαιμόνιος Νίκος. Είχαν ξεμείνει αυτές οι ξύλινες ανθεκτικές βαλίτσες με τα τρίγωνα σιδεράκια στις γωνιές στο εμπορικό των συγγενών από κάποιο υπερατλαντικό ταξίδι. Τη μία φορά, τις έδεναν στην οροφή του λεωφορείου της γραμμής και μάλιστα με χοντρό σκοινί. Το πέταγε από τη μια πλευρά στην άλλη ο οδηγός στον εισπράκτορα, για να ασφαλίσουν στην σκαλωσιά της οροφής τα μπαγάζια των επιβατών. Την άλλη, τις έπαιρνε αγκαλιά γιατί δεν υπήρχε χώρος να τις αποθηκεύσει. Οι δρόμοι ήταν ακόμα σκαμμένοι από τους όλμους του μεγάλου πολέμου, χωμάτινοι και το λεωφορείο χόρευε τσάμικο καθώς ανηφόριζε για την ορεινή Ναυπακτία. Τα παράθυρα ανοικτά, χειμώνα καλοκαίρι, για να αερίζονται οι επιβάτες. Ταξίδευε συχνά με κότες, πάπιες σε κοφίνια και πλεξούδες με σκόρδα και κρεμμύδια που μετέφεραν οι γηγενείς της γραμμής Αυτός με ήθος εμπόρου, πάρα το νεαρό της ηλικίας του, με πίστη στην ποιότητα έπειθε για τα εμπορεύματα του σε όποιον άνοιγε τις βαλίτσες. Κάποτε πέρναγε από την Πάτρα στο Κρυονέρι με τα θρυλικά πλοία του πολέμου που μετονομάστηκαν σε Καληδώνα και Ρόδος Αυτό ήταν και το πρώτο πορθμείο των σιδηροδρόμων Βορειοδυτικής Ελλάδας που μετέφερε βαγόνια. Πήγε και ήρθε εκατοντάδες φορές ο Νίκος από την αποθήκη της Πάτρας στην Αιτωλοακαρνανία. Έφτασε μέχρι την Κοζάνη. Όργωσε όλη τη Δυτική Μακεδονία με τα ξύλινα κουτιά στα χέρια. Έντυσε κόσμο και κοσμάκι. Είχε αποκτήσει φίλους και πελάτες παντού στη Δυτική Ελλάδα καθώς ήξερε να πουλά και γνώριζε πως να τα πουλά τα ρούχα της νέας εποχής. Οι περισσότεροι μέχρι τότε φόραγαν τα κλαρωτά που έφερνε ΟΥΝΡΑ με το σχέδιο Μάρσαλ. Κουράστηκε να δουλεύει στα ξένα με ξένα εμπόρια. Αποφάσισε να φτιάξει το δικό του μαγαζί για να μην είναι υπαλληλάκι κανενός. Κάλεσε τα αδέρφια του, Παναγιώτη και Ανδρέα όπως και τους γονείς του να τον βοηθήσουν. Τα χρόνια φύραιναν, ο αιώνας πέρασε τα μισά του και οι άνθρωποι άλλαξαν συνήθειες. Οι άνδρες άρχισαν να φορούν εσώρουχα διαφορετικά από αυτά του πολέμου. Τόλμησε να κοντύνει το ύφασμα, τόλμησε να προτείνει νέες συνήθειες και νέους τρόπους στην ένδυση. Τόλμησε να κάνει την αισθητική βίωμα. Κυρίαρχος πλέον αυτών των αλλαγών στέριωσε στην πόλη του Αγιανδρέα. Έραψε στο δέρμα της πόλης τα δικά του χνάρια. Όταν άρχισε να χορδίζει τη μέρα του στο πιάνο, μας διηγήθηκε την ιστορία του ποιήματος τού Αριστοτέλη Βαλαωρίτη “Μέριασε βράχε να διαβώ” ο υιός του Θεόδωρος ενώπιον κλήρου και λαού.

Αντώνης Δ. Σκιαθάς


Ροή ειδήσεων

Advertisement