Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2022
Connect with us

Άρθρα-Συνεργασίες

ΕΛΙΣΣΑΙΟΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ: Vikings- Valhalla Εκεί που ο Μύθος αγγίζει την Ιστορία

Δημοσιεύθηκε

στις

 

Τα στούντιο και οι εταιρείες παραγωγής ποτέ δεν θα άφηναν ανεκμετάλλευτο ένα τόσο βαθύ παραμυθένιο κοίτασμα  όπως είναι οι Βίκινγκς και οι ιστορίες τους. Η σειρά Βίκινγκς ξεκίνησε να προβάλλεται το 2013, και ήταν παραγωγή  του History Channel. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη σειρά η αληθοφανής ατμόσφαιρα της περιόδου, τα όμορφα και ιδιαίτερα επιλεγμένα τοπία και οι εντυπωσιακοί χώροι των γυρισμάτων, οι προσεγμένες ερμηνείες των ηθοποιών,  η ανάδειξη των ιστορικών  προσώπων της Σκανδιναβίας και η αποκρυστάλλωση  των μύθων των ανθρώπων της Μεσαιωνικής Σκανδιναβίας  που για τους Βίκινγκς ήταν πραγματικοί συμπολεμιστές, αληθινοί προστάτες, δίκαιοι τιμωροί. Ο Βολταίρος έγραφε ότι «Η Μυθολογία είναι πρωτότοκη αδελφή της Ιστορίας».

Η σειρά έχει ως άξονα την οικογένεια του Ράγκναρ Λόντμπορκ, του μυθικού βασιλιά της Σκανδιναβίας. Στο τηλεοπτικό πρόγραμμα για δραματουργικούς λόγους  παρουσιάζεται ως αγρότης, καταγόμενος όμως από έναν ιδιαίτερο πρόγονο, τον θεό Όντιν, σε αντίθεση με τον πραγματικό Ράγκναρ ο οποίος ήταν βασιλικής καταγωγής και βασιλιάς της Σουηδίας.  Ευφυής, ικανός και ατρόμητος ο Ράγκναρ Λόντμπορκ,  μαζί με τον αδερφό του Ρόλο, μεγαλουργούν. Ο χαρακτήρας  είναι εμπνευσμένος από τον πραγματικό Ρόλλο της Νορμανδίας, τον πρώτο Βίκινγκ που εγκαταστάθηκε στη Γαλλία και έλαβε τον τίτλο του δούκα. Κάποια στιγμή ο Ράγκναρ Λόντμπορκ αποφασίζει να πλεύσει στην ανοιχτή θάλασσα και να ανακαλύψει τον κόσμο που κρύβεται μπροστά του. Φθάνει σε μια ακτή της Βρετανίας, τελικά καταφέρνει και γίνεται ο βασιλιάς του μυθικού Κάτεγκατ με την υποστήριξη της οικογένειάς του και των συμπολεμιστών του. Στις τελευταίες σεζόν, η σειρά ακολουθεί την τύχη των γιων του και τις περιπέτειες τους στην Αγγλία, τη Σκανδιναβία, τη Ρωσία, τη Μεσόγειο και τη Βόρεια Αμερική.

Το «Vikings: Valhalla» που πραγματεύεται τη συνέχεια της ιστορίας των Βίκινγκς  διατηρεί σε γενικές γραμμές την αισθητική και την ατμόσφαιρα της επιτυχημένης πρώτης σειράς, βασισμένο  όμως εντελώς καινούργιους ήρωες. Εξ άλλου τώρα πια βρισκόμαστε στον 11ο αιώνα, περίπου εκατό χρόνια μετά την εποχή του Ράγκναρ Λόθμπροκ και οι διάφορες φυλές των Σκανδιναβών και μικρή ομάδα Βίκινγκς από τη Γροιλανδία ετοιμάζονται να εκστρατεύσουν  κατά της Αγγλίας, για να εκδικηθούν τις σφαγές που υπέστησαν   Βίκινγκς οι φίλοι, συγγενείς μετά από διαταγή του Άγγλου βασιλιά . 

Η σειρά περιπέτειας ιστορικής φαντασίας «Vikings: Valhalla» που έκανε πρεμιέρα  τον Φεβρουάριο στο Netflix, αφηγείται τις ιστορίες μερικών σπουδαίων Βίκινγκς της μεσαιωνικής Σκανδιναβίας. Το τηλεοπτικό πρόγραμμα έρχεται σαν  συνέχεια της επιτυχημένης σειράς  του History Channel «Vikings». Χωρίς όμως να κρατά του ίδιους ήρωες, ούτε τον ίδιο χωροχρόνο, ούτε καν τις ίδιες αφηγηματικές τεχνικές.  Κρατά μόνο την επιτυχία της πρώτης σειράς ελπίζοντας να την επαναλάβει με την προσεγμένη παραγωγή, την φροντισμένη καλλιτεχνική διεύθυνση και τα εμπλουτίζει  με ένα προσεκτικά επιλεγμένο και γοητευτικό καστ.

Το «Βίκινγκ: Βαλχάλα» ξεκινά σε μια εποχή που οι Βίκινγκ βρίσκονται στην παρακμή τους, γι αυτό πρελούδιο του τηλεοπτικού προγράμματος, στέκεται   το μακελειό της νύχτας του Αγίου Μπράις, το 1002, με τη σφαγή όλων των Σκανδιναβών  εποίκων που βρίσκονταν σε αγγλικό έδαφος. Η σειρά μας εξιστορεί  τις ηρωικές περιπέτειες μερικών από τους πιο γνωστούς Βίκινγκ όλων των εποχών – του θρυλικού εξερευνητή Λέιφ Έρικσον (Σαμ Κόρλετ), της δυναμικής και πεισματάρας αδελφής του, Φρέιντις Έρικσντοτερ (Φρίντα Γκούσταφσον), και του φιλόδοξου Σκανδιναβού πρίγκιπα Χάραλντ Σίγκουρντσον (Λίο Σούτερ). Στη Σκανδιναβική μυθολογία, Βαλχάλλα ( Valhöll,”Αίθουσα των σφαγιασθέντων” ) ονομάζεται η αίθουσα του Όντιν και γίνεται κατοικία σε όσους σκοτώνονται ένδοξα στη μάχη.  Τους ήρωες καλωσορίζει ο θεός Μπράγκι  στη Βαλχάλα και  τους συνοδεύουν οι  Βαλκυρίες.

Ο μύθος της γενναίας Βίκινγκ πολεμίστριας, που είδαμε να σκιαγραφείται με πειστικό τρόπο στο  «Βίκινγκ» από την Κάθριν Γουίνικ ως Λάγκερθα,  ατρόμητη σύζυγο του Ράγκναρ Λόθμπροκ συνεχίζεται  στο «Βίκινγκ: Βαλχάλα»,   από την 28χρονη Σουηδέζα μοντέλο-ηθοποιό Φρίντα Γκούσταβσον, που υποδύεται τη Γροιλανδή Φρέιντις Εϊρικστντότι, κόρη του θρυλικού εξερευνητή  Έρικ του Ερυθρού. Εκείνη που μαζί με τον αδελφό της Λέιφ Έρικσον φτάνει στη Νορβηγία, προκειμένου να εκδικηθεί τον χριστιανό Βίκινγκ που τη βίασε.

Το «Βίκινγκ: Βαλχάλα»,  διαδραματίζεται πάνω από 100 χρόνια μετά την ολοκλήρωση της πρωτότυπης σειράς «Βίκινγκ», στις αρχές του 11ου αιώνα, όταν η ένταση μεταξύ των Βίκινγκς και των Άγγλων έχει για διάφορους λόγους κορυφωθεί. Υποφώσκει  επίσης μια έντονη εσωτερική σύγκρουση μεταξύ των Βίκινγκς που έχουν παραμείνει στις  παγανιστικές πεποιθήσεις και σε αυτούς που έχουν ενστερνιστεί τον  χριστιανισμό και τις δοξασίες του. Η σειρά μας ταξιδεύει μαζί με τους τρομερούς Σκανδιναβούς πολεμιστές σε πεδία μάχης από τον  δανικό οικισμό Κάτεγκατ, μέχρι την Αγγλία και την Ευρώπη. Οι Βίκινγκς πολλές φορές απέδειξαν την ισχύ των λόγων του Πέδρο Καλντερόν «Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν πώς να κερδίζουν μια νίκη, αλλά δεν ξέρουν πώς να την αξιοποιούν».

Το τηλεοπτικό πρόγραμμα  «Βίκινγκ: Βαλχάλα»,  αφηγείται νέες περιπέτειες και επεισόδια από τις σκληρές μάχες των Σκανδιναβών, στην προσπάθεια τους να βγουν από τη φτώχεια, να επιβιώσουν, να γνωρίσουν τον κόσμο και να δοξαστούν   και στόχο έχει  να συγκεράσει την ιστορική ακρίβεια με το δράμα και  τη Σκανδιναβική  μυθολογία με τη συνεχή και καθηλωτική δράση.

Άρθρα-Συνεργασίες

ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ καφενεία, που αργοσβήνουν!- Του Νίκου Σουγλέρη

Δημοσιεύθηκε

στις

 

Αν έκαναν ένα καλό οι Τούρκοι στο βίαιο πέρασμα τους από την Ευρωπαϊκή ήπειρο, είναι που έμαθαν στους Ευρωπαίους να εκτιμούν και να πίνουν καφέ. Ο Ελληνισμός πέριξ του Αιγαίου άρχισε να πίνει το καφεδάκι του ήδη από τον 15ο αιώνα. Λίγο αργότερα εμφανίστηκαν και τα πρώτα καφενεία, αρχικά στην Κων/πολη και μετά στην υπόλοιπη Ελλάδα. μόνο με Τούρκους πελάτες στην αρχή αλλά σύντομα προστέθηκαν και Έλληνες Στην πρώτη φάση ύπαρξης τους τα καφενεία συνδύαζαν την απόλαυση του αρωματικού καφέ ψημένου στη χόβολη με το κάπνισμα του ναργιλέ. Μεγάλη ιστορία ο ναργιλές με πολλούς και φανατικούς οπαδούς που αποκαλούνταν “Θεριακλήδες” και “Ναργιλεδοφουμαδόροι” Το 1931 η Αστυνομία απαγόρεψε τη χρήση του, τουλάχιστον στο κέντρο των μεγάλων πόλεων αν και μέχρι τη δεκαετία του 60 υπήρχαν πολλά καφενεία με ναργιλέδες -με την ανοχή του Κράτους. Προσωπικά έβλεπα καθημερινά να καπνίζουν ναργιλέ σε καφενείο σε υπόγεια στοά στην Ομόνοια μέχρι τις αρχές του 1980. Στις αρχές του 20ου αιώνα τα καφενεία είχαν διπλό και τριπλό ρόλο. Προσέφεραν καφέ αλλά ταυτόχρονα σερβίριζαν και ουζάκι ή ρακή (με μεζέ ελίτσες και ντοματούλα, ίσως και τυρί ή παστή σαρδέλα και τουρσί), παράλληλα όμως ήταν και μπακάλικα. Ποιός μπορεί να ξεχάσει την κλασική φιγούρα του Ζήκου (Χατζηχρήστος) στον Μπακαλόγατο να εκτελεί χρέη σερβιτόρου και μπακάλη ταυτόχρονα; Ακόμα και πριν λίγα χρόνια όμως, έτσι συνέχιζαν να λειτουργούν στα πολύ μικρά και απομακρυσμένα χωριά. Το μενού περιλάμβανε και μπύρα, ακόμα και να σερβίρεται φασολάδα 8 η ώρα το πρωί είχα πετύχει σε ορεινό καφενείο σχετικά πρόσφατα. Πολυδιάστατος ο ρόλος των Ελληνικών καφενείων λοιπόν αλλά πάντα με μία και απαράβατη αρχή :Οι χώροι ήταν ανδροκρατούμενοι. Οι γυναίκες-και ειδικά οι ανύπαντρες η οι ασυνόδευτες απλά αντιμετώπιζαν το Αβατο του Αγίου Ορους. Ο χώρος μύριζε από μακριά τεστοστερόνη και ήταν θολός από την κάπνα ναργιλέδων και σέρτικων τσιγάρων. Στα εξωτερικά τραπεζάκια αν μία κυρία συνοδευόταν από τον σύζυγο, θα μπορούσε να καθίσει σεμνά και να απολαύσει γλυκό του κουταλιού ή βανίλια-υποβρύχιο, με νεράκι σκέτο φυσικά. Το καφενείο ήταν χώρος για άντρες αποκλειστικά. Χαρτιά, τάβλι, εφημερίδες, κουβέντες για ποδόσφαιρο και πολιτική. Πολλά καφενεία “χρωματίζονταν” ανάλογα με τις προτιμήσεις του φανατικού ιδιοκτήτη και γίνονταν κόκκινα ή πράσινα (ποδοσφαιρικά) και μπλε ή πράσινα (πολιτικά) ιδιαίτερα μετά την Μεταπολίτευση Καθώς λοιπόν το DNA του Ελληνα παραμένει αναλλοίωτο ανά τους αιώνες, το Ελληνικό καφενείο ξεχώρισε και από το Τούρκικο-τεκέ και από το Ευρωπαϊκό κυριλέ καφέ μετά γλυκισμάτων. Το δικό μας ήρθε και ανέλαβε το ρόλο της Αρχαίας Αγοράς. Παθιασμένες συζητήσεις, διαφωνίες, καυγάδες, λογύδρια, κουβέντες επί παντός του επιστητού. Και έπειτα ερχόταν η συμφιλίωση μέσα από μιά παρτίδα τάβλι ή πρέφα, με φωνές και πειράγματα. “Κι εμείς οι τρεις στον καφενέ, τσιγάρο, πρέφα και καφέ, βρε δε βαριέσαι, αδερφέ” που τραγουδούσε ο Χατζής. Και κατόπιν επιστροφή στο σπίτι όπου περίμενε το φρεσκο-μαγειρεμένο φαγητό από τα χεράκια της συζύγου η της μαμάς. Σιγά σιγά τα καφενεία μας εξαφανίζονται και καθώς οι μεγαλύτεροι σε ηλικία “φεύγουν” σβήνουν και οι αναμνήσεις. Ο Ελληνικός καφές αντικαταστάθηκε από τον εσπρέσσο και το καπουτσίνο και κανείς πιά δεν διανοείται να απαγορεύσει σε γυναίκες να καθίσουν όπου τους αρέσει. Η πολιτική και το ποδόσφαιρο έχουν πιά χάσει το ενδιαφέρον τους και επικρατούν οι συζητήσεις για τα κοινωνικά και τις προσωπικές σχέσεις. Η ξένη μουσική, η ατμόσφαιρα, η απαγόρευση του καπνίσματος μας κάνουν πιά περισσότερο “Ευρωπαίους”. Τα δε αυτο-αποκαλούμενα “Παραδοσιακά καφενεία” είναι τα περισσότερα ντεμέκ καταστάσεις -ελάχιστα είναι πιά τα αυθεντικά, ιδιαίτερα στις πόλεις. Τα καφενεία όπως τα γνωρίσαμε οι παλαιότεροι είναι απόηχοι άλλων εποχών και χάνονται μαζί τους.

Περισσότερα

Άρθρα-Συνεργασίες

ΑΠΟΨΗ: Η παραγωγική Ελλάδα επιστρέφει…

Δημοσιεύθηκε

στις

 

 

Μίλησε χθες (στο υπουργικό) ο Κυριάκος Μητσοτάκης για τον προϋπολογισμό του 2023. Είπε ότι η χώρα έχει «κουμπαρά» 1 δις για να αντιμετωπίσει έκτακτες ανάγκες και να στηρίξει με πρόσθετα μέτρα την κοινωνία, αλλά στον πειρασμό του «δώστα όλα» δεν θα μπει γιατί η συνετή οικονομική πολιτική που ακολουθήθηκε μέχρι τώρα αποδεικνύεται πως φέρνει αποτελέσματα.

Και κάπως έτσι είναι τα πράγματα, αλήθεια…

Δεν χρειάζεται να το πει ο Μητσοτάκης. Το λένε οι αριθμοί που δείχνουν ότι σε μία Ευρώπη που αντιμετωπίζει ύφεση, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που αναπτύσεται. Το λένε όμως και οι παγκόσμιοι τεχνολογικοί κολοσσοί που εκδηλώνουν ενδιαφέρον επένδυσης στη χώρα μας όπως και οι εξαγωγές προϊόντων που έχουν αυξηθεί κατακόρυφα.

Σιγά – σιγά, θα αρχίσουν να το καταλαβαίνουν και οι Έλληνες επιχειρηματίες, που από την εποχή της οικονομικής κρίσης μέχρι και τώρα, προτιμούν να «διατηρούν τα κεκτημένα» παρά να επενδύουν. Υπάρχουν όμως ήδη κάποιοι επιχειρηματικοί όμιλοι στην Ελλάδα που έχουν ξεκινήσει σημαντικές επενδύσεις. Και σταδιακά, θα τους ακολουθήσουν και άλλοι.

Διαμορφώνεται λοιπόν ένα περιβάλλον που μοιάζει ευνοϊκό. Που δείχνει ότι η Ελλάδα «επιστρέφει». Που ανοίγει τον δρόμο ώστε η παραγωγή ελληνικών προϊόντων να αυξηθεί. Πριν μερικά χρόνια γράφαμε – και ήταν αλήθεια – πως… ούτε μανταλάκια δεν παράγονται στην Ελλάδα. Σήμερα, υπάρχουν αρκετά προϊόντα που παράγονται και κάποια από αυτά εξάγονται με ιδιαίτερη επιτυχία στο εξωτερικό. Η παραγωγική Ελλάδα «επιστρέφει»…

 

Περισσότερα

Άρθρα-Συνεργασίες

ΕΛΙΣΣΑΙΟΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ: Κορσές- Το πνιγηρό, χρυσό κλουβί της εξουσίας

Δημοσιεύθηκε

στις

 

Όποιος κάνει το λάθος ν’ αναζητήσει στηρίγματα έξω από τον κεντρικό κορμό της ίδιας του της ύπαρξης, έχει ήδη παραχωρήσει κομμάτια ελευθερίας του στα «στηρίγματά» του. Στην αρχή χάνει τον έλεγχο σε μικρά και επουσιώδη ζητήματα, στη συνέχεια δεν έχει πια λόγο στα μεγάλα και κομβικά θέματα που καθορίζουν τη ζωή και την ελευθερία του. Καλό θα είναι να θυμόμαστε ότι η ελευθερία είναι ένα αγαθό το οποίο δεν τεμαχίζεται, δεν διαιρείται, δεν διαμοιράζεται δεν μπαίνει σε κορσέδες. Ο υπεύθυνος άνθρωπος πρέπει να είναι και πλήρως ελεύθερος και κυρίως να είναι  ελεύθερος να κάνει όσα λάθη τραβάει η όρεξη του, μέχρι να βρει τον δικό του μοναδικό δρόμο.

Η Αυτοκράτειρα της Αυστρίας και βασίλισσα της Ουγγαρίας, γνωστή και ως Σίσι, η Ελισάβετ Μαρία Ευγενία γεννήθηκε στο Μόναχο στις 24 Δεκεμβρίου 1837. Ανήκε στον οίκο των Βίτελσμπαχ και ήταν κόρη του δούκα της Βαυαρίας Μαξιμιλιανού Ιωσήφ και της πριγκίπισσας Λουδοβίκας της Βαυαρίας. Το 1853 γνώρισε τον 23χρονο εξάδελφό της Φραγκίσκο Ιωσήφ, αυτοκράτορα της Αυστρίας, ο οποίος γοητεύτηκε από το κάλλος της. Η Ελισάβετ ήταν μόλις 15 χρονών και μια από τις ομορφότερες πριγκίπισσες  της Ευρώπης. Το ζευγάρι ένα χρόνο αργότερα στη Βιέννη τέλεσε τους γάμους του. Η Ελισάβετ είχε την μακρότερη θητεία ως Αυτοκράτειρα της Αυστρίας (44 έτη).

Ντροπαλή και εσωστρεφής εκ φύσεως η Ελισάβετ βρήκε την προσαρμογή στο αυστηρό και αποπνικτικό περιβάλλον του Ανακτόρου Χόφμπουργκ. Δέκα μόλις μήνες μετά το γάμο της γέννησε την πρώτη της κόρη, Σοφία. Η πεθερά της όμως βρισκόταν σε συνεχή σύγκρουση μαζί της, με αποτέλεσμα η αυτοκράτειρα  να παρουσιάζει νευρικές διαταραχές, κληρονομιά από τους προγόνους της, τους Βίτελσμπαχ.

Η γέννηση του Ροδόλφου του πολυπόθητου διαδόχου, αύξησε την επιρροή της Ελισάβετ στην Αυλή, ενώ η ίδια ήταν πλέον πολιτικά ώριμη και εξέφραζε φιλελεύθερες τάσεις κυρίως όσον αφορούσε το ζήτημα των Ούγγρων. Η επιβεβλημένη απαγόρευση της ενασχόλησής της με τη διαπαιδαγώγηση του γιου της ώθησε τη νεαρή μητέρα σε σύγκρουση με το παλάτι. Η Ελισάβετ ως αυτοκράτειρα της Αυστρίας ήταν αγαπητή στους υπηκόους της, αλλά συχνά προκαλούσε την αντιπάθεια της υψηλής κοινωνίας της Βιέννης με την περιφρόνηση που έδειχνε στους κανόνες του αυλικού πρωτοκόλλου. Οι Ούγγροι τη λάτρευαν, κυρίως για την επίτευξη του Αυστροουγγρικού Συμβιβασμού του 1867, χρονιά που στέφθηκε και βασίλισσα της Ουγγαρίας. Πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής της στο Γκέντερλε στα βόρεια της Βουδαπέστης, ο ενθουσιασμός της, όμως, για την Ουγγαρία ήταν πρόκληση για τους γερμανικής καταγωγής κατοίκους της αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Μετά τη γέννηση της κόρης της Μαρία Βαλερία, η Ελισάβετ ουσιαστικά εγκατέλειψε τη ζωή στο παλάτι και αφιέρωσε το χρόνο της στα ταξίδια. Το 1890 δημιούργησε την αγαπημένη της έπαυλη στην Κέρκυρα, την οποία ονόμασε Αχίλλειον προς τιμήν του ομηρικού ήρωα που θαύμαζε. Αγαπούσε την ιστορία, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, λάτρευε όμως την ποίηση, ιδιαίτερα τον Χάινριχ Χάινε, στον οποίο βρήκε έμπνευση για τα δικά της ποιήματα τα οποία έγραφε στο κρυφό της ημερολόγιο.

Στις 30 Ιανουαρίου 1889 ο γιος της και διάδοχος του αυστριακού θρόνου Ροδόλφος και η ερωμένη του Μαρία Βετσέρα αυτοκτόνησαν στο κυνηγετικό περίπτερο του Μάιερλινγκ. Η τραγωδία αυτή ήταν ένα τεράστιο χτύπημα για την Ελισάβετ από το οποίο δεν συνήλθε ποτέ.

Στις 10 Σεπτεμβρίου 1898 κι ενώ βρισκόταν στην παραλία της Γενεύης δολοφονήθηκε από τον Ιταλό αναρχικό. Η αντισυμβατική ζωή και η αινιγματική και εκκεντρική προσωπικότητα της Ελισάβετ συνέβαλαν στη δημιουργία ενός μύθου γύρω από το άτομό της, ήδη από τα πρώτα χρόνια της ως αυτοκράτειρας, ενώ η δολοφονία της ενίσχυσε το μυστήριο γύρω από αυτήν.

Στον «Κορσέ» βρισκόμαστε στις Παραμονές των Χριστουγέννων του 1877 η αυτοκράτειρα Σίσι κλείνει τα 40 χρόνια της εναγωνίως προσπαθεί να διατηρήσει την εικόνα της πιο όμορφης, λεπτής και λαμπερής πριγκίπισσας της Ευρώπης.

-Πιο σφιχτά, πιο σφιχτά, ακόμα πιο σφιχτά, προστάζει η αυτοκράτειρα την καμαριέρα της, μέχρι ο κορσές να την δείχνει όπως ήταν έφηβη, μέχρι ο κορσές να πνίξει και την παραμικρή ατέλεια του κορμιού της, να αφανίσει και την παραμικρή ικμάδα ελευθερίας που υπάρχει γύρω της, μέχρι που ο κορσές να πνίξει κάθε στοιχείο γυναικείας αξιοπρέπειας που υποφώσκει εντός της. 

Ο σύζυγος της Σίσι, Φραγκίσκος Ιωσήφ μπορεί να αγαπά την πριγκίπισσα αλλά με έναν άρρωστο, κτητικό τρόπο που δεν αφήνει την όμορφη αυτοκράτειρα  να ανασάνει, και αυτός ο τρόπος είναι που σβήνει κάθε ακτίδα ανεξάρτητης βούλησης που λάμπει ακόμα μέσα της.

Ο Αυτοκράτορας απευθυνόμενος στην Ελισάβετ βάζει τα πράγματα στη θέση τους:

-Καθήκον μου είναι να ελέγχω τη μοίρα της Αυτοκρατορίας μας.

Δικό σου καθήκον σου είναι απλώς να παρίστασαι.

Αλλά η Σίσι  και τα πράγματα και  τη θέση τους, σκοπεύει να τα αλλάξει με κάθε κόστος.

Η αυτοκράτειρα ταξιδεύει αδιάκοπα, προσπαθεί με κάθε τρόπο να ζωντανέψει παλιές φιλίες και ημιτελείς έρωτες, ψάχνει τρόπους να μάθει πράγματα διαβάζει ιστορία, μελετά φιλοσοφία, ασχολείται με τη λογοτεχνία και κυρίως την ποίηση, γράφει και η ίδια δικά της ποιήματα αλλά κάνει και κινηματογραφικά άλματα μέσω της σκηνοθέτιδας Μαρί Κρόιτσερ μέχρι και «τροποποιημένους» Rolling Stones ακούει. Ακούγεται το “As tears go by” κάμποσα χρόνια πριν το εμπνευστούν οι δημιουργοί του και η Σίσι βουλιάζει στη θλίψη μέσα στο χρυσό κλουβί της.

Τα πλούτη μου δεν μπορούν ν’ αγοράσουν τα πάντα

Θέλω ν’ ακούω τα παιδιά να τραγουδάνε

Το μόνο που ακούω είναι ο ήχος

της βροχής που πέφτει στο έδαφος

Κάθομαι και κοιτάζω

Καθώς ρέουν τα δάκρυα

 

Η Μαρί Κρόιτσερ, η σκηνοθέτις του «Κορσέ» είναι γεννημένη στο Γκρατς, είναι μία από τις πιο σημαντικές και καταξιωμένες δημιουργούς της Αυστρίας. Η πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους, το The Fatherless (2011), συμμετείχε και βραβεύτηκε σε πολλά φεστιβάλ, μεταξύ άλλων και στην Μπερλινάλε το 2011, στην κατηγορία Panorama Special. 

Η Μαρί Κρόιτσερ είναι βέβαιο ότι είχε πολλά ζητήματα να επιλύσει δημιουργώντας τον Κορσέ της, όμως μια πρόκληση έμοιαζε ανυπέρβλητη κι αυτή ήταν η τριλογία “Sissi” (1955-7) στην οποία τη θλιμμένη πριγκίπισσα  υποδύεται με θαυμαστό τρόπο η  Ρόμι Σνάιντερ. Η Μαρί Κρόιτσερ δεν προσπαθεί να ανταγωνιστεί τη μυθική τριλογία, δεν αποπειράται καν να την προσεγγίσει, διασχίζει διαγώνια τη μυθική  “Sissi”  του 1955 και δημιουργεί μια αντισυμβατική ταινία εποχής, κονιορτοποιώντας κανόνες που δεν την εξυπηρετούσαν, συνήθειες που θα την εγκλώβισαν σε περίτεχνους και κενούς ακαδημαϊσμούς, πλαίσια που θα δημιουργούσαν ένα αστραφτερό κλουβί που θα φυλάκιζαν τη δημιουργικότητα της Μαρί Κρόιτσερ, όπως οι τίτλοι και οι τιμές την σπουδαία ηρωίδα της. Αρωγός σ’ αυτή την προσπάθεια έρχεται η υπέροχη λεπτεπίλεπτη ερμηνεία της Βίκι Κριπς με Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του Φεστιβάλ Καννών. Η ταινία πήρε Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ του Λονδίνου και είναι η επίσημη υποψηφιότητα της Αυστρίας για το Οσκαρ Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας 2023. Βασικά εργαλεία στα χέρια της Κρόιτσερ για την επίτευξη του πολύ καλού αποτελέσματος είναι  το χιούμορ, οι ιστορικές ανατροπές, η ανυπότακτη επεξεργασία των  δεδομένων, η υπονομευτική διαχείριση των συμβόλων και η κριτική επίθεση σε όλο το σύστημα των εξουσιαστικών μηχανισμών της Αυτοκρατορικής Αυλής. Γιατί όπως έλεγε και ο Όσκαρ Ουάιλντ «Κάθε εξουσία είναι εντελώς ταπεινωτική. Εξευτελίζει τόσο εκείνον που την ασκεί όσο κι εκείνον που την υφίσταται». Αυτό το γνωρίζει η σκηνοθέτις της ταινίας γι αυτό δεν περιορίζεται να μας ιστορήσει πόσο καταπιεζόταν η πονεμένη αυτοκράτειρα από τους κακούς αυλικούς, αλλά στο στόχαστρό της  μπαίνει όλο αυτό το τρομερό και αδηφάγο σύστημα των Αψβούργων και όλοι οι ταπεινωτικοί και ασφυκτικοί κορσέδες που πνίγουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τις γυναίκες.

Περισσότερα
Advertisement

Ροή ειδήσεων

Advertisement

Αυτή την εβδομάδα