Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2022
Connect with us

Άρθρα-Συνεργασίες

ΕΛΙΣΣΑΙΟΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ: Μιναμάτα

Δημοσιεύθηκε

στις

 

Ο σκηνοθέτης Άντριου Λεβιτάς κινηματογραφεί τον ηθοποιό Τζόνι Ντεπ, ο οποίος υποδύεται τον φωτογράφο Γιουτζίν Σμιθ, όταν εκείνος φωτογραφίζει ένα οικολογικό έγκλημα, την μοίρα των φτωχών ψαράδων στον κόλπο της Μιναμάτα της Ιαπωνίας και τον ίδιο τον θάνατο. Τρεις εύθραυστοι άντρες γύρω από ένα καλλιτεχνικό θραύσμα.

«Κακά» παιδιά, ο Γιουτζίν Σμιθ της φωτογραφίας και ο Τζόνι Ντεπ  του Χόλιγουντ με παρελθόν γεμάτο ανορθογραφίες (αλκοόλ, ναρκωτικά κ.ά) που αναζητούσαν και αναζητούν τρόπους να συνομιλήσουν με το πεπρωμένο τους ως μεγάλοι καλλιτέχνες, ο Γιουτζίν Σμιθ τα κατάφερε. Εξ’ άλλου όπως έλεγε ο Κίθ Ρίτσαρντ «Ποτέ δεν είχα πρόβλημα με τα ναρκωτικά. Είχα πρόβλημα με την αστυνομία», αυτός ο «τρελαμένος – αγγελικός» κιθαρίστας κάτι ξέρει από αυτά. Ο Τζόνι Ντεπ προσπαθεί  να κτίσει τελευταία το προφίλ ενός σκεπτόμενου καλλιτέχνη με  ανησυχίες και ενδιαφέροντα, είναι  δε  ακτιβιστής και παλεύει να επανέλθει στις ενδιαφέρουσες ερμηνείες του στον κινηματογράφο.

Ο Γιουτζίν Σμιθ 

γεννήθηκε στην πόλη Wichita του Κάνσας στις 30 Δεκεμβρίου 1918 και πέθανε στις 15 Οκτωβρίου του 1978 στην πόλη Τούσον στην Αριζόνα. Η μητέρα του ήταν ερασιτέχνης φωτογράφος και όταν στα 9 του χρόνια ο Γιουτζίν Σμιθ της ζήτησε χρήματα για να αγοράσει φωτογραφίες αεροπλάνων που ήταν το πάθος του, τότε εκείνη του έδωσε την παλιά της φωτογραφική μηχανή με την συμβουλή να τις τραβάει μόνος του. Μέχρι τα 15 του ήταν ένας ολοκληρωμένος φωτογράφος. Ο Γιουτζίν Σμιθ φωτογράφησε για το περιοδικό Life μια σειρά φωτογραφικών δοκιμίων με ανθρωπιστική ματιά, οι οποίες έθεσαν τις βάσεις του σύγχρονου φωτορεπορτάζ και  χαρακτηρίζονται από έντονη ενσυναίσθηση και κοινωνική συνείδηση. Ο φωτογράφος κλήθηκε να αποτυπώσει την  μόλυνση που προκαλούσε με βαρέα μέταλλα η χημική βιομηχανία Chisso στην Ιαπωνία και συγκεκριμένα τις επιπτώσεις στις ζωές των φτωχών κατοίκων του γειτονικού χωριού Μιναμάτα. Ένα ρεπορτάζ που όταν δημοσιεύθηκε το 1975 προκάλεσε τρομερή αίσθηση. Αυτά τα φωτο-δοκίμια σήμερα θεωρούνται αριστουργήματα της φωτογραφικής τέχνης.

Ο Άντριου Λεβιτάς 

γεννημένος στις 4 Σεπτεμβρίου 1977) είναι Αμερικανός ζωγράφος,γλύπτης,  κινηματογραφιστής,  συγγραφέας, παραγωγός,  φωτογράφος,  ηθοποιός και εστιάτορας.

– Η δουλειά ξεκινά με ένα θέμα, μια σπίθα ή μια ιδέα. Μετά χώνομαι βαθιά μέσα σε μια κουνελότρυπα καταβροχθίζοντας κάθε μπουκιά πληροφορίας, ιστορίας και συναισθημάτων. Και συνήθως μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες –με όλη αυτή τη γνώση στην οποία κολυμπά ο εγκέφαλός μου– το πνεύμα μου αποφασίζει με ποιο εκφραστικό μέσο θα εξερευνήσω καλύτερα το θέμα μου. Τις περισσότερες φορές, αυτή η έρευνα περιλαμβάνει πολλαπλά μέσα. Μόνον ένα ή δύο ταιριάζουν εντέλει με αυτό που έχω στον νου μου, ολοκληρώνουν τη σκέψη μου και κάνουν το αποτέλεσμα να είναι κατάλληλο για να παρουσιαστεί δημόσια.

 

Ο Τζόνι Ντεπ 

(γεννήθηκε στο Οουένσμπορο, Κεντάκι, 9 Ιουνίου 1963), έγινε γνωστός ως πιτσιρικάς από την τηλεοπτική σειρά «21 Jump Street». Δούλεψε πλάι σε σπουδαίους σκηνοθέτες όπως ο Τιμ Μπάρτον – «O Ψαλιδοχέρης» , «Ο μύθος του ακέφαλου καβαλάρη», «Sweeney Todd: Ο Φονικός Κουρέας της Οδού Φλιτ» ,
ο Τζιμ Τζάρμους «Ο νεκρός», ο Ρόμαν Πολάνσκι «Η ένατη πύλη»,  και ο Εμίρ Κουστουρίτσα «Arizona Dream». Στους  «Οι πειρατές της Καραϊβικής» , συνδέθηκε με τα μεγάλα πλήθη της σκοτεινής αίθουσας και έγινε από τους πιο εμπορικούς ηθοποιούς του καιρού μας.

Τρεις άντρες λοιπόν, μία φωτογραφική μηχανή και ένα έγκλημα αποτυπωμένο στην συνταρακτική φωτογραφία με τίτλο «Τomoko and Mother in Her Bath».

Η δεύτερη ταινία του Άντριου Λεβιτάς, έκανε την επίσημη πρεμιέρα της στο 70ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, ακολουθεί την αληθινή ιστορία του πολεμικού φωτογράφου Γιουτζίν Σμιθ (Τζόνι Ντεπ), ο οποίος έχει χαρακτηριστεί ως «ίσως ο πιο σημαντικός Αμερικάνος φωτογράφος στην ανάπτυξη του εκδοτικού φωτογραφικού δοκιμίου». Με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο να έχει τελειώσει και οι φωτογραφίες του από τα μέτωπα των μαχών του Ειρηνικού να έχουν καθορίσει την εικόνα που είχε το αμερικάνικο κοινό για τον πόλεμο, ο Σμιθ έχει αποτραβηχτεί από την ενεργό δράση και την κοινωνία. Μέχρι την στιγμή που του προτείνουν να φωτογραφίσει για το περιοδικό  «Life» ένα τεράστιο οικολογικό έγκλημα, την μόλυνση που προκαλούσε με βαρέα μέταλλα η χημική βιομηχανία Chisso στην Ιαπωνία και συγκεκριμένα τις επιπτώσεις στις ζωές των φτωχών κατοίκων του γειτονικού χωριού Minamata. Ο Γιουτζίν Σμιθ κάτω από τρομερά δύσκολες συνθήκες, μέχρι που  κινδύνευσε η ίδια του η ζωή, επιτυγχάνει ένα σπουδαίο ρεπορτάζ το οποίο συγκλόνισε, όταν δημοσιεύθηκε το 1975.  Όπως έγραφε ο Αμερικάνος συγγραφέας Κουρτ Βόνεγκατ απευθυνόμενος στο μέλλον «Αγαπητές μελλοντικές γενιές: Δεχτείτε, παρακαλώ, τη συγγνώμη μας. Είχαμε γίνει τύφλα από το πετρέλαιο». Στην ταινία οι μέτοχοι της Chisso είχαν γίνει τύφλα από τον υδράργυρο, αλλά μικρή διαφορά έχει.

Από την ταινία λείπει η έμπνευση, το όραμα, είτε από το σκηνοθέτη Λεβιτάς, είτε από τον Τζόνι Ντεπ που πρωταγωνιστεί, αλλά δεν λείπει ο επαγγελματισμός και το συγκροτημένο αποτέλεσμα. Η πρώτη μισή ώρα της ταινίας υπόσχεται πολλά στον εραστή της σκοτεινής αίθουσας, τα οποία διαψεύδονται σιγά – σιγά μέχρι το τέλος της ταινίας. Όμως η ταινία ποτέ δεν γίνεται αδιάφορη και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, παραμένουμε στη «σφαίρα επιρροής της». Ο Τζόνι Ντεπ συνέρχεται, μετά από χρόνια και μας θυμίζει τον παλιό ηθοποιό που μας παρέσυρε με το σκοτεινό του βλέμμα και ανατρεπτικές του κάποιες φορές «ποιητικές» του ερμηνείες.

Άρθρα-Συνεργασίες

Με τα rafale πέταξε στο μέλλον η Ελλάς- Του Αρκά

Δημοσιεύθηκε

στις

 

-Με τα σύγχρονα, μαχητικά rafale η Ελλάδα προχωράει, μπροστά δυναμικά

-Και απαντάει στους κολυμβητές του Ερντογάν

-Ο ενοχλημένος Σουλτάνος άρχισε την βαλκανική του διπλωματική εισβολή

-Κάποτε ο αείμνηστος Ανδρέας έφερε τα Μιράζ σήμερα ο Κυριάκος έφερε τα rafale

-Eλλάς – Γαλλία – Συμμαχία

-Τον εντυπωσιακό αεροπορικό σχηματισμό στον Αττικό ουρανό θαύμασε και χειροκρότησε όλος ο ελληνικός λαός

-Που αυτός τελικά θα πληρώσει τον αλμυρό λογαριασμό

-Καλώς ήλθαν και ας είναι αχρείαστα και μόνο για τις παρελάσεις χρήσιμα

– Μετά την πεζό-πορεία σειρά έχει η μοτο-πορεία προς τον άγνωστο στρατιώτη στην Αθήνα.

-Πρόωρη η Αυτοδιοικητική προεκλογική όρεξη στο μενού πολλοί οι ορατοί και αόρατοι ενδιαφερόμενοι

-Το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ ανεβαίνει πάρα πολύ δημοσκοπικά.

-Πολιτικοί και υγειονομικοί καθημερινά βοούν εμβολιαστείτε, εμβολιαστείτε

-Αλλά για μερικούς στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα

-Ο Αλέξης επιθυμεί να ανοίξει την πόρτα εισόδου του Σύριζα, πιο εύκολα, στους επιθυμούντες από την βάση

-Η συνταγή του ΠΑΣΟΚ πολύ ελκυστική στην εφαρμογή

-Μετά την μνημονιακή κρίση συνεχίζουν η οικονομική πανδημική, κλιματική και ενεργειακή

-Σε έξαρση και η ενδοοικογενειακή βία μια από τις παρενέργειες της εξαντλητικής καραντίνας

-Το ράλι της ακρίβειας συνεχίζεται το καλάθι της νοικοκυράς εξαφανίστηκε από την καταναλωτική αγορά

– Εκπτώσεις και στην καραντίνα. Από 15 έγιναν 5 μέρες.

-Ο παγκόσμιος φονικός κορωνοϊός έχει επισκιάσει και το σοβαρό επίκαιρο θέμα το… Ουκρανικό

-Σε συναγερμό οι ισχυροί της γης

-Από το πουθενά ξεμύτισε η Λαγκάρντ και είπε από του χρόνου τέρμα η χαλάρωση

-Οι καρναβαλό – ντελάληδες θυμίζουν στους Πατρινούς ότι το Καρναβάλι υπάρχει για να μην το ξεχάσει, Πατρινό έστω και εν μέσω κορωνοϊού καρναβάλι για πάντα!

 

 

 

 

Περισσότερα

Άρθρα-Συνεργασίες

ΑΠΟΨΗ: Η πανεπιστημιακή… κανονικότητα

Δημοσιεύθηκε

στις

 

Με αφορμή όσα συνέβησαν τις τελευταίες μέρες στο Οικονομικό και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, επανήλθε στο προσκήνιο η συζήτηση για την «τάξη και ασφάλεια» στα Πανεπιστήμια. Και η κυβέρνηση, έσπευσε να δείξει ότι ξεκίνησε η εκπαίδευση των 400 πρώτων αστυνομικών της «πανεπιστημιακής αστυνομίας» ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ αντέδρασε και πάλι, το ΚΙΝΑΛ πρότεινε ιδιωτικές εταιρείες σεκιούριτι και πάει λέγοντας…

Ας μην σταθούμε όμως στην πολιτική αντιπαράθεση, που στο κάτω – κάτω ήταν αναμενόμενη. Ας κοιτάξουμε την ουσία. Και ας απαντήσουμε ξεκάθαρα σε ένα ερώτημα: Χρειαζόταν ειδική αστυνομική δύναμη για να φυλάσσονται τα Πανεπιστήμια;

Η απάντηση είναι ένα μεγάλο «όχι» εάν… ζούσαμε σε μία κανονική χώρα του δυτικού κόσμου και εάν το σύνολο των εμπλεκομένων με την ακαδημαϊκή ζωή (πολιτικοί, καθηγητές, φοιτητές, κλπ) έκαναν το απλό: Εφαρμογή των νόμων!

Και ο νόμος, όπως δημιουργήθηκε το 2011 επί Άννας Διαμαντοπούλου, ήταν απλός και επίσης ξεκάθαρος:  «Σε αξιόποινες πράξεις που τελούνται εντός των χώρων των ΑΕΙ εφαρμόζεται η κοινή νομοθεσία».  Και υποχρεώνονταν οι διοικήσεις στα πανεπιστήμια να διαμορφώσουν εσωτερικούς κανονισμούς που θα συμπεριλάμβαναν τα ζητήματα ασφαλείας και φρούρησης και αν δεν το έκαναν, θα είχαν περικοπές από τη δημόσια χρηματοδότηση.

Εκείνος ο νόμος όμως, ποτέ δεν εφαρμόστηκε στην πράξη. Αντίθετα, απαξιώθηκε και καταργήθηκε.

Ποιος λέει λοιπόν ότι γίνεται μία κλοπή ή μία διάρρηξη στο Πανεπιστήμιο και δεν μπορεί να παρέμβει η αστυνομία; Ποιος λέει ότι δεν μπορεί να παρέμβει η αστυνομία όταν πανεπιστημιακοί χώροι μετατρέπονται σε «άντρα ανομίας»; Και όμως… Στην Ελλάδα του 2021, η στολή του αστυνομικού θεωρείται «ανεπίτρεπτη» σε πανεπιστημιακό χώρο.

Δεν ξέρουμε πόσα χρόνια ακόμα θα μας ακολουθούν ως χώρα τα σύνδρομα της δικτατορικής περιόδου. Δεν ξέρουμε πόσες κυβερνήσεις πρέπει να περάσουν για να καταλάβουμε ότι η ελευθερία του λόγου και των ιδεών δεν έχει καμία σχέση με τα ρόπαλα, τις μολότοφ, τις κλοπές, τις επιθέσεις σε καθηγητές και φοιτητές, τους βιασμούς και κάθε άλλη έκνομη πράξη.

Μέχρι να φτάσουμε στην… κανονικότητα, οι κυβερνήσεις θα εφευρίσκουν μέτρα που στην πραγματικότητα δεν χρειάζονται. Αυτή είναι η αλήθεια. Για την κατάσταση στα Πανεπιστήμια, ας κάνουμε όλοι την αυτοκριτική μας…

Περισσότερα

Άρθρα-Συνεργασίες

ΕΛΙΣΣΑΙΟΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ: Μεγάλα διηγήματα, στην ΕΡΤ1

Δεύτερη πρεμιέρα για τις τρεις σειρές βασισμένες στην Ελληνική Λογοτεχνία

Δημοσιεύθηκε

στις

 

 

Η ΕΡΤ  από τη Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2022 προσφέρει τη δυνατότητα στους τηλεθεατές να δουν σε μόλις δύο ημέρες όλα τα επεισόδια κάθε μίας από τις τρεις σειρές που σκηνοθέτησε ο Μ. Μανουσάκης και είναι βασισμένες σε σπουδαία διηγήματα Ελλήνων συγγραφέων.

Συγκεκριμένα, η ΕΡΤ1 θα μεταδώσει τη Δευτέρα 3 και την Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2022 από τις 22:00 έως τις 24:00 και τα τέσσερα επεισόδια της σειράς «Βαρδιάνος στα σπόρκα». 

Τη Δευτέρα 10 και την Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2022, την ίδια ώρα, τη σειρά «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου» και τη Δευτέρα 17 και την Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022 από τις 22:00 έως τις 24:00 τις «Κρίσιμες στιγμές», προκειμένου να μπορούν να τις παρακολουθήσουν όλοι στη δεύτερη πρεμιέρα τους σε μόλις δύο ημέρες, αφού κάθε σειρά ολοκληρώνεται σε τέσσερα επεισόδια.

Ήδη από την προβολή τους είχαμε επισημάνει ότι αυτές οι σειρές τουλάχιστον σε διάρκεια ήταν μεγάλες «μεγάλου μήκους ταινίες». Ας τις δούμε εν τάχει.

Ο Βαρδιάνος στα Σπόρκα στηρίζεται στο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη με τον ίδιο τίτλο. Το διήγημα τοποθετείται χρονικά το 1865, όταν η χολέρα έπληττε θανάσιμα την Ευρώπη. Η επιδημία είχε ξεκινήσει από την Ινδία το 1839 και εξαπλώθηκε σε όλο τον κόσμο, πλήττοντας τη Μέση Ανατολή, τη Ρωσία, τη Δυτική Ευρώπη αλλά και Αμερική, για να φτάσει, το 1854, στην Ελλάδα και την Τουρκία, από γαλλικά στρατεύματα που επέστρεφαν από τον πόλεμο της Κριμαίας.

Διαβάσαμε ενθουσιώδη σχόλια για τη σειρά, αλλά η δική μας αίσθηση δεν ήταν αντίστοιχη. Όχι ότι δεν πρέπει να γυρίζονται σειρές με τέτοια θεματολογία και μόνο που ακούγεται το υπέροχο κείμενο του κοσμοκαλόγερου της λογοτεχνίας μας, Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη από τον αφηγητή στη σειρά, δικαιώνει την επιλογή του καναλιού και την πρωτοβουλία των συντελεστών, αλλά όλα θα μπορούσαν να έχουν γίνει με μεγαλύτερη προσοχή, μεγαλύτερη φροντίδα και περισσότερη αγάπη, θα έλεγα και με μια σταλιά δέος.

Τα γυρίσματα για τις ανάγκες της σειράς κράτησαν δέκα μέρες. Πραγματοποιήθηκαν στο Κυπαρίσσι της Λακωνίας, μία περιοχή ορεινή με πολλά παραδοσιακά στοιχεία. Κάποια γυρίσματα έγιναν επίσης στην Καισαριανή, αλλά και σε άλλα σημεία της Αττικής. Το σκηνικό της πλατείας του χωριού στήθηκε στην παλιά εγκατάσταση ΠΥΡΚΑΛ, στο Λαύριο. Όμως από τα σπίτια, τα αντικείμενα, τα ρούχα λείπει η πατίνα του χρόνου. Μπορεί να μην υπάρχουν κραυγαλέα λάθη αλλά  όλα φαίνονται πολύ καθαρά, πολύ περιποιημένα, πολύ σιδερωμένα. Η πιστή αποτύπωση της εποχής, απαιτεί μια δεύτερου επιπέδου επεξεργασία χώρων αντικειμένων, ρούχων και αξεσουάρ. 

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Βαρδιάνος στα σπόρκα» γράφτηκε το 1893, παραμένει όμως με έναν τραγικά ειρωνικό τρόπο σύγχρονο σε μία περίοδο που η πανδημία του κορωνοϊού έχει σκορπίσει  την ανησυχία και τον φόβο σε όλον τον πλανήτη.

Να υπογραμμίσουμε ότι δεν γίνεται και δεν πρέπει η ΕΡΤ να προσπαθεί να ανταγωνιστεί τα ιδιωτικά κανάλια στα ριάλιτι και στα πρωινάδικα, μπορεί όμως με τις μυθοπλασίες, τις προσεγμένες τηλεταινίες, την κινηματογράφηση σπουδαίων έργων της λογοτεχνίας μας να κερδίσει το κοινό και να ανοίξει τους τηλεοπτικούς ορίζοντες και τις επιλογές των τηλεθεατών.

 

Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου

Το διήγημα κινείται στο χώρο της ηθογραφίας και περιέχει στοιχεία κοινωνικά και ψυχογραφικά. Ο Βιζυηνός στο «Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου» αποτύπωσε πολύ ζωντανούς τους χαρακτήρες των προσώπων μέσα στη δραματικότητά τους. Η μορφή της μητέρας του συγγραφέα και του Κιαμήλ αποκτούν διαστάσεις ηρώων αρχαίας τραγωδίας, μιας και η μητέρα αγνοεί το φονιά του γιου της και ο Κιαμήλ αρχικά αγνοεί ποιος ήταν το πραγματικό θύμα του. Χαρακτηριστική είναι επίσης μια τεχνική καινοτομία στο έργο που είχε εμφανιστεί σπάνια στη μέχρι τότε λογοτεχνική παραγωγή: Ο Βιζυηνός αλλάζει συνεχώς τους αφηγητές μέσα στο έργο και η χρονική σειρά στη διήγηση παρουσιάζει παλινδρομήσεις μεταξύ παρόντος και παρελθόντος. Έτσι ανανεώνεται συνεχώς το ενδιαφέρον του αναγνώστη και μας παρουσιάζεται η ιστορία από πολλές οπτικές γωνίες (του αφηγητή, της μητέρας του, του Μιχαήλου, του Κιαμήλ) φωτίζοντας την ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών.

Δεν έχουμε να πούμε πολλά για το μέτριο έτσι κι αλλιώς αποτέλεσμα την τηλεοπτικής σειράς με θέμα το διήγημα του Βιζυηνού. Όλα μοιάζουν ελλιπή, από την παραγωγή, την καλλιτεχνική διεύθυνση, ακόμα και τις ελλιπείς πρόβες για ένα καλό αποτέλεσμα στο επίπεδο των ερμηνειών από τους ταλαντούχους ηθοποιούς. Όλη αυτή η προσπάθεια σκοντάφτει, πνίγεται, γιατί δεν υπάρχει η βασική σύλληψη, γιατί δεν έχει λυθεί το κύριο ζήτημα, το πώς δηλαδή θα αναδειχθεί η γλώσσα του Βιζυηνού. Πως θα ακούσουμε καθαρά το λόγο του μεγάλου συγγραφέα να μας περιγράφει πράγματα και καταστάσεις, βιώματα και ψυχολογικές μεταπτώσεις, τα πάθη και παθήματα των ηρώων. 

Όλοι οι άνθρωποι που ασχολούνται με τον κινηματογράφο, την τηλεόραση, με την εικόνα και τον ήχο θα πρέπει να προβληματιστούμε. Δεν είναι καλό να γίνονται παραγωγές, να ξοδεύονται τόσα χρήματα και να μένει ο θεατής άδειος, χωρίς να έχει μεταλάβει κάτι από τόσο μεγάλα έργα, είτε του Βιζυηνού, είτε του Παπαδιαμάντη.  Δεν πρέπει να ξεφλουδίζουμε τόσο μεγάλα έργα της λογοτεχνίας μας, να αφαιρούμε τον φλοιό του, να αφαιρούμε την σάρκα του και τέλος να κρατούμε μόνο το κουκούτσι του, τον ρηχό πυρήνα της δράσης και της ίντριγκας. Δεν είναι δυνατόν να μεταφέρουμε στην τηλεόραση έργα Βιζυηνού και του Παπαδιαμάντη κι αυτοί μεγάλοι στοχαστές να «λείπουν» από το τελικό αποτέλεσμα. Πρέπει να ξαναδούμε τα πράγματα από την αρχή, ο λόγος των σπουδαίων συγγραφέων πρέπει να είναι κυρίαρχος. Δεν είναι η δράση και η ίντριγκα τα κύρια στοιχεία αυτών των υπέροχων κειμένων αλλά η γλώσσα και η πνοή της. Η μυστηριώδης, αινιγματική πλοκή, η περίπλοκη αφηγηματική προοπτική, οι πολλαπλές αντιθέσεις (αλήθεια/πλάνη, άγνοια/γνώση, φως/σκότος κτλ.), η ρεαλιστική αφήγηση, οι ψυχογραφικές εμβαθύνσεις είναι μόνο μερικές από τις ιδιότυπες αφηγηματικές τεχνικές του Βιζυηνού που τον καθιστούν πρωτοποριακό διηγηματογράφο,  αυτές οι αρετές δεν γίνεται να εξανεμίζονται, να χάνονται στο τελικό τηλεοπτικό αποτέλεσμα, γιατί τότε ακυρώνουμε την προσπάθεια να προσεγγίσουμε τους μεγάλους συγγραφείς μας και τα συγκλονιστικά έργα τους. 

Κρίσιμες Στιγμές

Από τις ωραιότερες συλλογές διηγημάτων της μεταπολεμικής πεζογραφίας, οι Κρίσιμες στιγμές της Γαλάτειας Καζαντζάκη, σχεδόν μισό αιώνα από την πρώτη τους έκδοση (1952), συγκλονίζουν με την ευαισθησία και τη διαχρονικότητα των θεμάτων τους. Οι πληγωμένες αλλά αξιοπρεπείς γυναίκες, οι αποκλεισμένοι και απόκληροι του αστικού χώρου, οι πνευματικοί άνθρωποι που δεν υποδύονται το ρόλο τους αλλά τον επωμίζονται, συναπαρτίζουν και σε αυτό το βιβλίο της συγγραφέως έναν θίασο που παλεύει για ένα καλύτερο μέλλον, γιατί «ο κόσμος που ζούμε παραέγινε βρόμικος» και «ένας άλλος πρέπει να ’ρθει να τον σαρώσει». 

Έχουμε ανάγκη να ακούσουμε τον λόγο της Γαλάτειας Καζαντζάκη όχι από κάποια διαστροφή, αλλά επειδή όταν διαβάζουμε τις περιγραφές της, τα σχόλια της συγγραφέως χανόμαστε μέσα στη ζεστή θάλασσα του συναισθήματος και της συγκίνησης ενώ στη σειρά παρακολουθούμε τη συνεχή παράθεση περιστατικών και γεγονότων αλλά η συγγραφέας λείπει, φαίνεται ότι βρίσκεται στα κομμάτια που λείπουν από τη σειρά. 

Η  λογοτεχνία με τόσους αιώνες στην πλάτη της και ο νεαρός κινηματογράφος και η ακόμα νεαρότερη τηλεόραση έχουν κοινή γλώσσα: αφήγηση, πρωταγωνιστές, σκηνικό σε χρόνο και τόπο, εικονοποιία, μονταζιακές τεχνικές, επιτάχυνση και επιβράδυνση, σιωπές, οπτικές γωνίες, που κάνουν τα δύο είδη να συγγενεύουν, έστω κι αν φαίνονται πολύ μακρινοί συγγενείς. Έτσι, έτοιμες μυθοπλασίες αποτέλεσαν τη βάση για σεναριογράφους και κινηματογραφιστές  να διασκευάσουν το κείμενο σε σενάριο το οποίο είναι η βάση για την τηλεοπτικοποίηση του λογοτεχνικού έργου.

 

Τηλεοπτικά/κινηματογραφικά Συμπεράσματα

Με αφορμή τις τρεις μίνι σειρές  της ΕΡΤ «Βαρδιάνος στα σπόρκα» βασισμένη στο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου» βασισμένη στο αυτοβιογραφικό διήγημα του Γεώργιου Βιζυηνού και τις «Κρίσιμες στιγμές» της Γαλάτειας Καζαντζάκη, θέσαμε τον δάκτυλον επί των τύπων των ήλων, της μεταφοράς στην τηλεόραση, της οπτικοποίησης δηλαδή μεγάλων έργων της ελληνικής πεζογραφίας. Όσο πιο σημαντικά είναι τα κείμενα και πιο ιδιαίτερη η γλώσσα του συγγραφέα, τόσο πιο δύσκολη, άκαρπη, άψυχη και  ατυχής είναι η μεταφορά. Είναι φιλότιμες οι προσπάθειες πολλές φορές των συντελεστών αλλά δεν αρκούν, δεν φτάνουν, δεν μπορούν να μετρηθούν με μεγέθη σαν του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του Γεώργιου Βιζυηνού. Αλλά όπως έλεγε και ο Γάλλος υπερρεαλιστής συγγραφέας André Breton «Από όλες εκείνες τις τέχνες στις οποίες οι σοφοί υπερέχουν, το μεγαλύτερο χάρισμα είναι να γράφεις καλά».

Τελικά προσφέρει και τι, η τηλεοπτική διασκευή τέτοιων έργων; Βοηθά τον  τηλεθεατή να συλλάβει την αισθητική και πολιτισμική αύρα του κειμένου ή τον αφήνει, στο τηλεοπτικό-εικονικό τοπίο, παθητικό κι αδιάφορο; Ευνοεί  τη διάδοση της λογοτεχνίας και δίνει ώθηση στην επαφή με το βιβλίο; Η τηλεόραση, είναι αλήθεια ότι αναδεικνύει έργα, τα εντυπώνει στη συνείδηση του κοινού, τους δίνει μια άλλη διάσταση και μάλιστα κάποιες φορές  μια άλλη ζωή. Είναι πολλές οι περιπτώσεις που μετά την προβολή μιας σειράς, οι πωλήσεις του βιβλίου πάνω στο οποίο στηρίχτηκε η σειρά εκτοξεύτηκαν σε απίστευτους, για τους συγγραφείς, αριθμούς. Η τηλεόραση δανείζεται από τη λογοτεχνία υλικό και της το αντιγυρίζει με τη μορφή ευρύτερης προβολής, η οποία συμβάλλει στην εδραίωση μερικών έργων στη συνείδηση του κοινού. Πρέπει να επανεξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο και, δεδομένου ότι πρόκειται για δύο αφηγηματικές τέχνες, πρέπει να ξαναδούμε  τις αναλογίες μεταξύ τους, αλλά και οι διαφορές τους, με κυριότερη τα διαφορετικά εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιούν, καθώς η λογοτεχνία αφηγείται με λέξεις, ενώ ο κινηματογράφος, κατά κύριο λόγο, με εικόνες.  

Ο θεατής που καταναλώνει το ένα σίριαλ πίσω από το άλλο, πρέπει να βρούμε τον τρόπο να  μπορέσει να εκτιμήσει ή να αγαπήσει ένα διήγημα, μία νουβέλα ή ένα μυθιστόρημα βραδείας καύσεως και πολλαπλών νοηματικών επιπέδων. Πρέπει να βρούμε τον τρόπο το πεζογράφημα που έγινε τηλεοπτικό πρόγραμμα να μην γοητεύει τον θεατή μόνο και μόνο με την    καταιγιστική του δράση, αλλά  να απογειώνει τις αισθήσεις του θεατή χάρη στη γλωσσική ιδιοφυΐα του λογοτεχνικού του δημιουργού. Πρέπει να βρούμε τον τρόπο οι μεγάλοι λογοτέχνες, ο λόγος τους, η σκέψη τους και η γραφή τους να διατρέχουν το τελικό κινηματογραφικό – τηλεοπτικό αποτέλεσμα απ’ άκρη σ’ άκρη.

Κατά την απονομή του Νόμπελ ο Οδυσσέας Ελύτης είπε «Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ’ όλ’ αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ’ ελάχιστες διαφορές». Αυτά τα λόγια δεν πρέπει να τα ξεχνάμε ποτέ.

Περισσότερα
Advertisement

Ροή ειδήσεων

Advertisement

Αυτή την εβδομάδα