Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2022
Connect with us

Άρθρα-Συνεργασίες

ΕΛΙΣΣΑΙΟΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ: Οι γέφυρες του Μάντισον- Στις όχθες της υποταγής

Δημοσιεύθηκε

στις

 

Αν αγαπάς κάποιον όλα γύρω αποκτούν κάποιο νόημα, αν όχι όλα μένουν άδεια, λειψά και κούφια. Γιατί η αγάπη είναι ο ψίθυρος της ζωής, η αγάπη είναι η απόχρωση που με αγωνία αναζητούμε, η νότα που με λαχτάρα ψάχνουμε, η αγάπη είναι η λέξη που μπορεί να ολοκληρώσει αβίαστα μια φράση, να τελειώσει ένα ημιτελές κεφάλαιο να ολοκληρώσει μια θρυμματισμένη αφήγηση. Δεν είναι τυχαίο ότι η τέχνη είναι το μισό του έρωτα αν αφαιρέσουμε τον έρωτα από  την  τέχνη θα γίνει θρύψαλα κομμάτια, σκόνη. Εξ άλλου και εμείς είμαστε ένας ασήμαντος σωρός που περιμένουμε να ζήσουμε έναν έρωτα για να μας στήσει στα πόδια μας, να μας ανασηκώσει το πηγούνι για να δούμε τ’ άστρα, να μας φυτέψει δυο φτερά να ταξιδέψουμε στα πέρατα του κόσμου. Μια άμορφη μάζα από επιθυμίες, εμμονές και εξαρτήσεις είμαστε που προσμένουμε μιαν αγάπη να βάλει τάξη στο χάος που ταξιδεύουμε. Μια στοίβα από κύτταρα, οστά και αγωνίες είμαστε που περιμένουμε μιαν αγάπη να μας δώσει μορφή, σχήμα και πνοή να μας δώσει όνειρα και ζωή.

Η Φραντσέσκα Τζόνσον είχε τη δύναμη, την αντοχή αλλά και το ερωτικό ελατήριο να φύγει από το Μπάρι της Ανατολικής Ιταλίας και να φτάσει στην άλλη άκρη του κόσμου στην επαρχία του Μάντισον της πολιτείας της  Αϊόβα, ακολουθώντας τον άντρα και τα όνειρά της για μια άλλη ζωή. Μέσα στη σκόνη των μεσοδυτικών πολιτειών στήνει τη ζωή της με τον σύζυγό της, μεγαλώνει τα δυο παιδιά της και νιώθει ότι έχει ολοκληρώσει τον προδιαγραμμένο κύκλο της. Στην Αμερικάνικη ενδοχώρα η Φραντσέσκα ζει βουτηγμένη στη σκόνη, τη φροντίδα και τη ρουτίνα χωρίς να περιμένει τίποτα ιδιαίτερο, χωρίς να νοιάζεται για τίποτ’ άλλο εκτός από την φροντίδα των δικών της, την ευφορία της οικογένειάς της και την δίχως δυσάρεστες εκπλήξεις εξέλιξη του βίου τους. Στον βωμό μάλιστα της οικογενειακής ισορροπίας εγκατέλειψε και την επαγγελματική της ενασχόληση. 

Η οικογένεια φεύγει από το σπίτι για να συμμετάσχει σε ένα πανηγύρι, η Φραντσέσκα βρίσκει την ευκαιρία να μείνει πίσω για να φροντίσει το σπίτι, να βρει την ησυχία της και να ψηλαφήσει μέσα στη μοναξιά  λίγο τον εαυτό της. Στην επαρχία έρχεται με το παλιό φορτηγάκι του ο Ρόμπερτ Κινκέιντ, φωτογράφος του National Geographic,  που καταφθάνει στην πόλη για να φωτογραφίσει τις γραφικές κλειστές γέφυρές της. Είναι λίγο εσκεμμένα χαμένος, αρκετά περίεργος και πολύ γοητευμένος από τον τρόπο που ζει. Ο Ρόμπερτ γοητεύεται από τις γέφυρες της κομητείας και από την Ιταλοαμερικανίδα νοικοκυρά που φυλάττει στη μέση του πουθενά τα σύνορα της οικογενειακής γαλήνης, γνέθει τον οικογενειακό ιστό, σφαλίζει της φάρμα της φαμίλιας και φροντίζει την οικογενειακή εστία. Η έλευση του λίγο τυχοδιώκτη, λίγο αδιάφορου, επιδεικτικά σίγουρου αλλά στο τέλος, τέλος μοναχού και μοναχικού φωτογράφου, κάνει σκόνη τη ρουτίνα που είχε φωλιάσει στη φάρμα της νοικοκυράς και στις συνήθειες του ίδιου.

Οι λίγες μέρες που θα ζήσουν μαζί ο φωτογράφος και η νοικοκυρά θα αποδείξουν ότι «Δεν υπάρχουν ούτε έξι, ούτε εφτά θαύματα στον κόσμο. Υπάρχει μόνο ένα: η αγάπη», όπως έγραφε ο Γάλλος συγγραφέας Jaques Prévert. Ο Ρόμπερτ φωτογραφίζει τις γέφυρες του Μάντισον, φωτογραφίζει την κάθε στιγμή της όλο και πιο γοητευτικής και πιο γοητευμένης Ιταλοαμερικανίδα  νοικοκυράς και μαζί ακτινογραφεί τη ζωή τη δική του και τη δική της, τόσο αντίθετες αλλά και τόσο μονοδιάστατες και λειψές. Μέσα σε τέσσερις μέρες αναπτύσσεται ένα ειδύλλιο το οποίο μπορεί να αντέξει μια ζωή γιατί και οι δύο το έχουν ανάγκη ή να σκορπίσει την επόμενη στιγμή γιατί έτσι επιβάλλουν οι συνθήκες. 

«Οι γέφυρες του Μάντισον» λοιπόν, ξαναβγαίνει στις αίθουσες η υπέροχη ταινία του Κλιντ Ιστγουντ, ένα υποδειγματικό love story που απολαύσαμε όταν πρωτοπροβλήθηκε το 1995, με λαχτάρα βλέπουμε πάλι σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες και με νοσταλγία και αδημονία θα βλέπουμε στο μέλλον, όποτε τη συναντήσουμε. Βλέποντας την ταινία βεβαιωνόμαστε για τα λόγια του υιού Αλέξανδρου Δουμά, «Πρέπει να ερωτευθούμε, δεν έχει σημασία ποιον, δεν έχει σημασία τι, δεν έχει σημασία πώς. Αρκεί να ερωτευθούμε».

Μια ταινία φτιαγμένη στο σημείο που συναντιέται ο σπουδαίος κινηματογράφος του μεσοπόλεμου με τη σιγουριά και την αυτοπεποίθηση ενός μεγάλου κινηματογραφιστή. Ο Κλιντ Ίστγουντ παίρνει το μπεστ σέλερ του Ρόμπερτ Τζέιμς Γουόλερ, το οποίο διασκεύασε σεναριακά ο Ρίτσαρντ ΛαΓκραβενίζ (“Ο Βασιλιάς της Μοναξιάς”, “Ο Γητευτής των Αλόγων”), και αναπτύσσει τη «βεβαιότητα που έρχεται μια φορά στη ζωή μας», κινηματογραφεί την κάψα και τη σκόνη του καλοκαιριού του 1965 στην Αϊόβα , φιλμογραφεί την σιωπηλή απελπισία της στερημένης νοικοκυράς και υμνεί τον αιώνιο έρωτα, την ακαταμάχητη έλξη, την ασίγαστη επιθυμία και τη βουβή  αγάπη. 

Η κινηματογραφική μηχανή στήνεται με τη σιγουριά, τη βεβαιότητα και την καθαρότητα της φωτογραφικής μηχανής που χαράματα με το πρώτο φως βρίσκεται στημένη πάνω στο τριπόδι της και είναι έτοιμη να τραβήξει την σκεπαστή γέφυρα Ρόουζμαν. Με την ευαισθησία που η κάμερα θωπεύει μαζί με το δεξί χέρι της υπέροχης Μέριλ Στριπ το πρόσωπο της υποταγμένης νοικοκυράς και της ανυπότακτης γυναίκας. Την ευκρίνεια της μηχανής λήψης που διατρέχει με φυσικότητα το αυλακωμένο πρόσωπο του Κλιντ Ίστγουντ και των επιθυμιών του. Θαυμάζουμε την ευκινησία που αποκτά η κινηματογραφική μηχανή όταν περιγράφει το τοπίο με ευαισθησία και  μαεστρία μοναδική. Γοητευόμαστε από την ακρίβεια του φακού  καθώς κινείται ανάμεσα στη σκόνη και στην κάψα της θερινής Αϊόβα, όπως το αεράκι λίγο πριν πέσει το φως και χαθεί η αφόρητη ζέστη και λαμπαδιάσουν τα αθώα σώματα, τα αιχμηρά αισθήματα και οι ανεξερεύνητες αισθήσεις. Ό,τι όμως και να κινηματογραφεί ο σπουδαίος σκηνοθέτης, δεν χάνει ποτέ τον στόχο του που είναι οι διακριτικές κινήσεις του Κλιντ, τα ντροπαλά βλέμματα της Μέριλ και πάνω απ’ όλα η ψυχή της  Φραντσέσκα Τζόνσον και το χτυποκάρδι του Ρόμπερτ Κινκέιντ.

Η βροχή έφτασε καταρρακτώδης, μαζί με την οικογένεια της νοικοκυράς και παρέσυρε το καλοκαίρι, τη σκόνη και το ειδύλλιο. Σε μια αυθεντικά όμορφη μελοδραματικά σκηνή οι ουρανοί έχουν ανοίξει. Η Φραντσέσκα στο φορτηγάκι με οδηγό τον σύζυγό της, προσπαθούν μέσα στην νεροποντή να επιστρέψουν στο σπίτι τους. Σε μια στροφή η Φραντσέσκα διακρίνει την λεπτή φιγούρα του Ρόμπερτ να δέρνεται από το ανεμοβρόχι, σε μια τελευταία προσπάθεια πρόσκλησης να την πάρει να φύγουν μακριά να ζήσουν αυτό που μπορούν, να απολαύσουν αυτό που δικαιούνται. Τα νερά στραγγίζουν στο πρόσωπο του φωτογράφου και παρασύρουν το θολό του βλέμμα, τα αραιά του μαλλιά και τα αδιάβροχα συναισθήματά του. Η Φραντσέκα  στο φανάρι αρπάζει το χερούλι, για να πεταχτεί έξω, βουρκωμένη μέσα στην απόγνωση κοιτάζει πότε τον άντρα της στο πλάι, πότε τον Ρόμπερτ στο καθρεφτάκι του αυτοκινήτου, πότε την απόγνωση κατάματα, αλλά μένει ασάλευτη.

Η Φραντσέσκα δεν μπορεί να σηκώσει στους λεπτεπίλεπτους ώμους της να  εγκαταλείψει του άντρα της, ο οποίος, όπως η ίδια ένοχα ψιθυρίζει, «είναι καλός και τρυφερός», δεν αντέχει να αφήσει στα σκοτάδια της εφηβείας τα παιδιά της, τα οποία είναι δυο φωτεινά πρόσωπα που όμως ακόμα παίρνουν φως από τη δική της λάμψη. Πιθανόν η Ιταλοαμερικανίδα, μεσήλικη, νοικοκυρά δεν αντέχει και τις κοινωνικές επιπτώσεις και τον χλευασμό του περίγυρου που έρποντας θα τους ακολουθούσε, θα τους προλάβαινε και θα κατέτρωγε την οικογένειά της και την ίδια, αλλά όπως έγραφε ο  Μπέρτραντ Ράσελ «Θα πρέπει να σέβεται κανείς την κοινή γνώμη όσο χρειάζεται για να μην πεθάνει της πείνας και για να μην πάει φυλακή. Οτιδήποτε όμως περισσότερο απ’ αυτό είναι εθελοντική υποταγή σε μια περιττή τυραννία και πιθανόν θα παρεμποδίσει την ευτυχία με διάφορους τρόπους». Ο Βρετανός φιλόσοφος έθεσε το διάτρητο πλαίσιο της ελευθερίας, στο οποίο όμως λείπουν δύο κρίσιμες παράμετροι η διψασμένη ψυχή της Φραντσέσκα και η αλύτρωτη επιθυμία του Κινκένιτ. Πιθανόν όμως επειδή οι ψυχές και οι επιθυμίες είναι άπιαστα πουλιά και επειδή ο φακός του Κλιντ Ίστγουντ κατάφερε έστω για μια στιγμή να τις απαθανατίσει, δημιούργησε μια σπουδαία ταινία που έχουμε πολλούς λόγους, όχι μόνο αισθητικούς, όπου τη συναντούμε να τρυπώνουμε στη γοητευτική αγκάλη της.

 

Άρθρα-Συνεργασίες

ΑΠΟΨΗ: Κεραμίδα… αφύπνισης!

Δημοσιεύθηκε

στις

 

 

Από την ώρα που έγινε γνωστή η τραγική είδηση, δεν λέει να φύγει από το μυαλό μας… Ένα παιδί πήγε χθες στο σχολείο του, αλλά δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ ξανά στο σπίτι του.  Και η αιτία είναι μία έκρηξη στο λεβητοστάσιο του σχολείου, την ώρα που (όπως είδαμε να γράφεται) τα παιδιά βρίσκονταν αμέριμνα στην αυλή για διάλλειμα.

Από την έκρηξη φαίνεται πως εκτοξεύτηκαν κομμάτια τσιμέντου αλλά και μία μεταλλική πόρτα σε απόσταση πολλών μέτρων, με αποτέλεσμα, ένας μαθητής να πεθάνει και δύο ακόμα να τραυματιστούν.

Ποιος γονιός – αλλά και ποιος άνθρωπος γενικότερα – μπορεί άραγε να αντέξει τη σκέψη ότι ένα παιδί χάθηκε με αυτόν τον τρόπο, μέσα στον χώρο του σχολείου;

Από τη μία πλευρά προσπαθείς να βάλεις κάτω τη ψυχρή λογική και να σκεφτείς ότι ένα ατύχημα μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε χώρο, οποιαδήποτε στιγμή. Από την άλλη όμως, η πεποίθηση ότι ο χώρος κάθε σχολείου είναι (ή πρέπει να είναι) από τους πιο ασφαλείς, σε κάνει να τρελαίνεσαι για μία τραγωδία που ήρθε παντελώς ξαφνικά να ταρακουνήσει την ελληνική κοινωνία.

Να ταρακουνήσει την κοινωνία και ίσως, να… αφυπνίσει τους αρμόδιους. Και όχι μόνο στην κατεύθυνση της έρευνας που αναμφίβολα θα γίνει για τη συγκεκριμένη τραγωδία, αλλά της έρευνας που πρέπει να γίνει σε κάθε σχολείο για τις συνθήκες ασφάλειας.

Για παράδειγμα: Είμαστε βέβαιοι πως τα λεβητοστάσια σε όλα τα σχολεία είναι ασφαλή; Είμαστε βέβαιοι πως τα σχολικά μας κτίρια έχουν την απαιτούμενη αντοχή απέναντι σε σεισμούς και άλλα καιρικά φαινόμενα; Τα παιδιά μας πηγαίνουν σε σχολεία που τους παρέχουν ασφάλεια;

Ξέρουμε καλά πως το ζήτημα είναι μεγάλο. Απαιτεί μία μεγάλη εθνική επιχείρηση και πολλούς πόρους. Το ελληνικό κράτος όμως δεν μπορεί να κάνει «εκπτώσεις» στο συγκεκριμένο ζήτημα. Και το περιστατικό στις Σέρρες μας το θύμισε…. Σαν μία «κεραμίδα» που έπεσε πάνω στα κεφάλια μας και έφερε με δύναμη στο προσκήνιο ένα τόσο επείγον ζήτημα…

 

Περισσότερα

Άρθρα-Συνεργασίες

Τα αεροδρόμια είναι περιουσία μας

Δημοσιεύθηκε

στις

Του Dr.Νίκου Μακράκη– προέδρου της Ελληνικής Αεραθλητικής Ομοσπονδίας

 

Κανένας λόγος δεν υφίσταται ώστε να πρέπει να πουληθούν και τα υπόλοιπα 22 αεροδρόμια ,περνώντας με την μορφή ενοικίου για 40 η 49 χρόνια σειδιωτικές επιχειρήσεις.

 

Είναι περιουσία του Ελληνικού λαού αφού με χρήματα του Δημοσίου δημιουργήθηκαν.

 

Έγιναν για να στηρίξουν τοπικές κοινωνίες και περιοχές με τουριστική ανάπτυξη οι οποίες είχαν ανάγκη σύνδεσης με την ενδοχώρα και προορισμούς από το εξωτερικό.

 

Αποτελούν μέγιστης Εθνικής σημασίας κρατικές ιδιοκτησίες με ότι αυτό συνεπάγεται στην περιοχή ειδικότερα του ανατολικού Αιγαίου. Τα κρατικά η δημοτικά αεροδρόμια, αποτελούν εθνικό στρατηγικό πλούτο

όπως τα σχολεία, τα νοσοκομεία,τα μουσεία ,τα κρατικά ΜΜΕ και τα Μέσα μεταφοράς.

 

Δεν πρέπει να επιτρέψουμε σε κανέναν και σε καμία κυβέρνηση να προχωρήσει στην ιδιωτικοποίηση των υπολοίπων 22 αεροδρομίων. Τα πρώτα 14 διεθνή άεροδρομια , συν αυτό της Αθήνας δόθηκαν με συμβάσεις αυστηρά μονοπωλιακού χάρακτηρα και με τέτοιες διασφαλίσεις προς όφελος μόνο του ιδιώτη επενδυτή εις βάρος του Έλληνα πολίτη.

 

Για πια ανάπτυξη επένδυσης συζητάμε , όταν ο επενδυτής εξασφαλίζει μονοπωλιακό καθεστώς και μάλιστα με ομπρέλα χιλιομετρικής απόστασης περιμετρικα του αεροδρομίου του.( στα 100 χιλιόμετρα δεν μπορεί να αδειοδοτηθεί άλλο αεροδρομιο). Ποιος άλλος κλάδος ιδιωτικής επιχείρησης μπορεί να εξασφαλίσει και μονοπωλιακό καθεστώς στην επένδυση του και μάλιστα όταν αυτή υφίσταταήδη σαν κρατική η δημοτική επένδυση με φήμη και πελατεία;

 

Αλήθεια , στην Ενωμένη Ευρώπη δεν υποτίθεται οτι πρεσβεύουμε το επιχειρείν και είμαστε ενάντια στα μονοπώλια κρατικά η ιδιωτικά ;Γιατί στην χώρα μάς δεν ισχύει το αυτονόητο δηλαδή το ρίσκο του επιχειρήν σε αυτήν την περίπτωση;

 

ΓΙΑΤΙ πρέπει να πεθάνει η Γενική Αεροπορία και ο αεροπορικός -αεραθλητικός τουρισμός στην χώρα μας.

 

ΓΙΑΤΙ η ΕΛΛΗΝΙΚΉ ΑΕΡΑΘΛΗΤΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ πρεσβευτής της Γενικής Αεροπορίας της χώρας μας από το 1928 δεν προσκαλείται να συμμετέχει σε ομάδες εργασιας ώστε να καταθέσει τήν εμπειρία της αλλά και τις προτάσεις της ;

 

Ποιά συμφέροντα την αποκλείουν;

Περισσότερα

Άρθρα-Συνεργασίες

ΑΠΟΨΗ: Το αποτέλεσμα μετράει

Δημοσιεύθηκε

στις

Τo νέο νομοσχέδιο για τη δευτεροβάθμια περίθαλψη και τις αμοιβές των γιατρών θα κριθεί στην πράξη. Όπως και κάθε νομοσχέδιο. Ωστόσο, ο αφορισμός «το ΕΣΥ στα χέρια ιδιωτών» που θέλει να αξιοποιήσει η αντιπολίτευση – και κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ – είναι, όχι μόνο μια παλιά «καραμέλα», αλλά και κάτι που στην εποχή μας, ελάχιστα αφορά την κοινωνία.

Η κοινωνία σήμερα έχει ξεπεράσει πολλά από τα «ταμπού» του παρελθόντος. Και εκείνο για το οποίο ενδιαφέρεται είναι να έχει απέναντί της μία καλή και σύγχρονη δημόσια υπηρεσία. Μία υπηρεσία που της προσφέρει αυτό που θέλει, στον χρόνο που θέλει και φυσικά, με το ελάχιστο δυνατό κόστος (ή και με καθόλου κόστος εφόσον μιλάμε για δημόσια υπηρεσία).

Ένα τρανταχτό παράδειγμα είναι οι εκκαθαρίσεις των συντάξεων. Ποιος, πραγματικά, νοιάζεται ότι χρειάστηκε να επιστρατευθούν και ιδιώτες μάνατζερ προκειμένου να λυθεί ο «γόρδιος δεσμός», από τη στιγμή που ο συνταξιούχος θα μπορεί πλέον να παίρνει γρήγορα τη σύνταξή του και να μην περιμένει 2 χρόνια;  Μάλλον, κανείς συνταξιούχος δεν θα νοιαστεί για το «πως» επιτεύχθηκε η εκκαθάριση. Αρκεί που επιτεύχθηκε.

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για κάθε άλλη δημόσια παροχή ή υπηρεσία. Γίνεται ο πολίτης να στέλνει το παιδί του στο δημόσιο σχολείο και να μην πρέπει να πληρώνει ένα φορτηγό χρήματα σε διάφορα πράγματα που αφορούν τη δήθεν «δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση»; Γίνεται να επισκέπτεται ένα νοσοκομείο και να μην χρειάζεται να περιμένει κάμποσες ώρες στα εξωτερικά ιατρεία; Γίνεται να μπορεί να κάνει όλες τις συναλλαγές του με ηλεκτρονικό τρόπο από το σπίτι του; Αυτά «κοιτάζει» η κοινωνία. Και γι’ αυτά κρίνει τις κυβερνήσεις. Τελικά, το αποτέλεσμα μετράει…

Περισσότερα
Advertisement

Ροή ειδήσεων

Advertisement

Αυτή την εβδομάδα